Με τη συμπλήρωση 250 χρόνων από την ανακήρυξη της αμερικανικής ανεξαρτησίας, αμφότερες οι άλλοτε παντοδύναμες χώρες, και εκείνη που απελευθερώθηκε και εκείνη που αναγκάστηκε να παραχωρήσει την ανεξαρτησία, εμφανίζονται όχι απλώς αποδυναμωμένες αλλά μεταλλαγμένες. Παρότι διατηρούν τα – κοινά στις περισσότερες περιπτώσεις – χαρακτηριστικά τους – την ειδική σχέση με το χρήμα και τη βία, τον μερκαντιλισμό, την κοινωνική και οικονομική ανισότητα, την υπεροψία μαζί με πρακτικότητα, εργατικότητα, ανθεκτικότητα –, έχουν βαθιά αλλάξει και, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, εκπέσει από γεωπολιτική, πολιτιστική αλλά και καθαρά υλική άποψη. Κι αν τις ίδιες τις καίει κυρίως αυτή η τρίτη πτυχή, ο υπόλοιπος κόσμος υποφέρει περισσότερο από την απώλεια κύρους, ρόλου και πυγμής.

Ο 21ος αιώνας είναι τρομερός όχι μόνο για τη βίαιη προς το κενό μετακίνηση των αξόνων του αλλά και γιατί αυτή συνοδεύτηκε με κατάρρευση των αγγλοσαξονικών θεμελίων του.

Η εξέλιξη δεν ήταν ούτε ξαφνική ούτε γραμμική, πήρε όμως χαρακτήρα χιονοστιβάδας την τελευταία δεκαετία, με έτος καμπής το 2016, που για τη Μεγάλη Βρετανία σφραγίστηκε από το Μπρέξιτ και για τις ΗΠΑ από την πρώτη εκλογή Τραμπ. Από τότε τα πράγματα διαρκώς επιδεινώνονται, ακολουθώντας τη γενική κατεύθυνση και τη νέα τάση που επέβαλαν τα δύο κοσμοϊστορικά γεγονότα.

Η Βρετανία, που ετοιμάζεται αυτές τις μέρες να αλλάξει τον έβδομο πρωθυπουργό της από τότε που αυτοτιμωρήθηκε με έξοδο από μια Ευρωπαϊκή Ενωση την οποία είχε κόψει και ράψει στα μέτρα της, είναι σήμερα μια χώρα διχασμένη, φτωχότερη, απομονωμένη, μη κυβερνήσιμη και, για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία της, χωρίς αυτοπεποίθηση και προοπτική – ή με μόνη προοπτική την απογοήτευση που φέρνει γκρίνια, δυσπιστία και σπρώχνει σε αλλαγές προς το χειρότερο. Το Μπρέξιτ προκάλεσε πολιτική έκρηξη – το πρώην σταθερότερο πολίτευμα του κόσμου είναι πλέον ένα από τα πιο ευάλωτα και απρόβλεπτα –, διέρρηξε την κοινωνική συνοχή – με πρώτο θύμα το κοινωνικό κράτος και το άλλοτε πετράδι στο στέμμα του, το εθνικό σύστημα υγείας –, οδήγησε σε απώλεια στήριξης.

Οι αιτίες του ήταν βαθύτερες από το ρίσκο που πήρε ο τότε πρωθυπουργός Κάμερον κι εκμεταλλεύτηκε, αποκλειστικά για λόγους προσωπικού συμφέροντος, ο μετέπειτα πρωθυπουργός – μπουφόνος Μπόρις Τζόνσον, ή από την πολύ αποτελεσματικότερη, λόγω λαϊκισμού – «Να πάρουμε πίσω τον έλεγχο» –, καμπάνια των υποστηρικτών της εξόδου. Η ήδη μειωμένη βρετανική ισχύς, σε συνδυασμό με μια αίσθηση υπεροχής αλλά και απυρόβλητου – όσο υπήρχε ο αγγλοσαξονικός κόσμος – οδήγησαν στην ύβριν. Η οποία, με τη σειρά της, καταβροχθίζει πολιτικά προγράμματα και πρωθυπουργούς, όπως ο άχρωμος, αλλά κυρίως άτυχος, Στάρμερ, θύμα λιγότερο της έλλειψης χαρίσματός του και πιο πολύ της αδυναμίας να υπάρξει ελπίδα ώστε να πιαστεί από κάπου ο λαός και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι.

Πιο δριμεία, βέβαια, και διεθνώς πιο δραματική είναι η πτώση της Αμερικής, που φτάνει σε ένα χωρίς επιστροφή απόγειο. Η άλλοτε «χώρα στην κορυφή του λόφου» θα γιορτάσει, με τηλεκατευθυνόμενες από τον Λευκό Οίκο εκδηλώσεις προπαγάνδας, τα 250ά γενέθλιά της με εντελώς διαφορετικό πρόσωπο: χωρίς δημοκρατία και ως πλήρης πλουτοκρατία, χωρίς διεθνές κύρος και συμμάχους, ξεπερασμένη από την αυταρχική αλλά στοχοπροσηλωμένη Κίνα, μπλεγμένη σε πολέμους που δεν ορίζει και σε μια υπόγεια εμφύλια σύρραξη που δεν θα αργήσει να ξεσπάσει. Η πορεία προς τον γκρεμό δεν άρχισε ούτε το 2016, ούτε το 2024, αλλά είναι αναμφισβήτητο ότι η δεύτερη εκλογή Τραμπ υπήρξε βαριά ταφόπλακα, μέσα κι έξω από την Αμερική.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail