Οταν οι ηγέτες του ΝΑΤΟ συγκεντρωθούν στην Αγκυρα, η δημόσια συζήτηση θα περιστραφεί γύρω από τις αμυντικές δαπάνες, τις πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τους ευρωπαίους συμμάχους και το μέλλον των διατλαντικών σχέσεων. Πίσω όμως από την επικαιρότητα εξελίσσεται μια βαθύτερη στρατηγική μετάβαση, σημαντικότερη από οποιαδήποτε επιμέρους απόφαση για τις αμυντικές δαπάνες. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Συμμαχία καλείται να προσαρμοστεί σε ένα νέο γεωπολιτικό περιβάλλον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μεταφέρουν σταδιακά το στρατηγικό βάρος τους προς τον Ινδο-Ειρηνικό, η Ευρώπη αναλαμβάνει μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά της, ενώ η Ρωσία προετοιμάζεται να ανασυγκροτήσει τη στρατιωτική ισχύ της μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η Ευρώπη πρέπει να συνεισφέρει περισσότερο στη συλλογική άμυνα. Είναι αν μπορεί να μετατρέψει εγκαίρως τις πολιτικές δεσμεύσεις της σε πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητες. Παράλληλα η συζήτηση μετατοπίζεται, από το εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν προσηλωμένες στο ΝΑΤΟ, στον τρόπο με τον οποίο θα εκδηλώνεται αυτή η δέσμευση την επόμενη δεκαετία. Η διάκριση αυτή έχει στρατηγική σημασία. Για πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδίως εκείνες που βρίσκονται πλησιέστερα στη Ρωσία, ακόμη και περιορισμένη αβεβαιότητα επηρεάζει τους υπολογισμούς αποτροπής και άμυνας.

Η αξιοπιστία του Αρθρου 5 της Συμμαχίας δεν στηριζόταν μόνο στις πολιτικές διακηρύξεις. Εδραιώθηκε στη φυσική παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στην Ευρώπη και στη βεβαιότητα ότι μεγάλες αμερικανικές ενισχύσεις θα έφθαναν ταχύτατα σε περίπτωση κρίσης. Εδραιώθηκε επίσης στην πεποίθηση ότι η Ουάσιγκτον θα εξακολουθούσε να παρέχει τις κρίσιμες στρατηγικές δυνατότητες, που κανένας άλλος σύμμαχος δεν μπορεί να προσφέρει στον ίδιο βαθμό: στρατηγικές αερομεταφορές, πληροφορίες, αντιπυραυλική άμυνα, πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς και πυρηνική αποτροπή. Ακόμη και μικρότερες αμερικανικές δυνάμεις διατηρούν υψηλή αποτρεπτική αξία, καθώς η παρουσία τους διασφαλίζει την άμεση εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε περίπτωση κρίσης. Ετσι αυξάνεται το πολιτικό κόστος οποιασδήποτε ρωσικής επιθετικής ενέργειας και ενισχύεται η αξιοπιστία της συλλογικής άμυνας.

Εάν οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες δεν έχουν ενισχυθεί επαρκώς πριν αρχίσει η σταδιακή μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας, η Συμμαχία κινδυνεύει να εισέλθει σε μια ασταθή μεταβατική περίοδο. Οι παραδοσιακές εγγυήσεις ασφαλείας θα αποδυναμώνονται, ενώ οι νέες ευρωπαϊκές δυνατότητες δεν θα έχουν ακόμη ωριμάσει.

Η αντιμετώπιση αυτού του κινδύνου προϋποθέτει νέους στρατιωτικούς σχηματισμούς, ισχυρότερη αμυντική βιομηχανική βάση, μεγαλύτερα αποθέματα πυρομαχικών, προηγμένα συστήματα αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, καθώς και βελτιωμένη στρατιωτική κινητικότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ολα αυτά απαιτούν χρόνο, θεσμική συνέχεια και σταθερό πολιτικό σχεδιασμό.

Η μεγάλη πρόκληση είναι να μετατραπούν εγκαίρως οι οικονομικοί πόροι της Ευρώπης σε αξιόπιστες και διατηρήσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες, πριν μεταβληθεί περαιτέρω το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας. Υπό αυτή την έννοια,η Σύνοδος της Αγκυρας αποτελεί κάτι περισσότερο από μία ακόμη Σύνοδο Κορυφής. Είναι το πρώτο ουσιαστικό τεστ, για το αν το ΝΑΤΟ μπορεί να διαχειριστεί τη μεγαλύτερη ανακατανομή στρατηγικών ευθυνών μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης, από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Και από την έκβασή του θα εξαρτηθεί όχι μόνο η αξιοπιστία της ευρωπαϊκής άμυνας, αλλά και η συνοχή του ΝΑΤΟ στη νέα στρατηγική εποχή.

Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, επικεφαλής του προγράμματος «Θεωρία και πρακτική των Διεθνών Σχέσεων» στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail