Στην πολιτική δεν υπάρχει κομψότητα, ούτε καλοί τρόποι. Ωμή και ιδιοτελής βία. Δράση στην αρένα. Το κομματικό μικροκέλυφος είναι ένας καταπληκτικός δοκιμαστικός σωλήνας. Εχουμε δει τους πιο πιστούς υπερθεματιστές του εκάστοτε αρχηγού, να γίνονται οι πιο κυνικοί ενταφιαστές του. Εχουμε δει κόλακες που απλώς αλλάζουν αντικείμενο: από το ένα ενδοκομματικό σύστημα εξουσίας στο άλλο, κάνουν τις ίδιες γονυκλισίες. Επειδή δεν τους ενδιαφέρει πρωτίστως το πρόσωπο της κολακείας τους, αλλά η θέση τους, διατηρούν την ίδια δουλική τεχνική σε όλους, αρκεί να αποδίδει. Να τους κάνει απαραίτητους στον παλατιανό μικρόκοσμο· και μάλιστα να νικούν τους υπόλοιπους κόλακες, που επίσης αγωνίζονται για έναν παρεμφερή επιούσιο.
Ολοι οι αρχηγοί έχουν βρεθεί εγκαταλελειμμένοι, ιδίως σε καταστάσεις βίαιης έκπτωσης έπειτα από μια ήττα ή και από ένα ενδοπαραταξιακό πραξικόπημα. Οι χαρακτήρες, οι συμπεριφορές, μου είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα, πολύ περισσότερο από αυτό που ψευδοεπικαλούνται και που προσπαθούν να το κάνουν να μοιάσει με πολιτική. Οι ελιγμοί, η σταδιακή απόσυρση σε μια φωλιά μέχρι να περάσει ο κίνδυνος κατά τις μεταβατικές περιόδους (όπου το ενδοκομματικό σύστημα εξουσίας αποδυναμώνεται και αμφισβητείται), οι διαπραγματεύσεις με τον πιθανά επόμενο αρχηγό για τη νέα απασχόληση, στο νέο σαράι – όλα έχουν το εξαιρετικό ενδιαφέρον τους.
Η πολιτική μας σκηνή μοιάζει να μη νοιάζεται για τη πραγματικότητα που υποτίθεται ότι την αφορά, αλλά για τη ρακένδυτη αυτοπραγματικότητα του κομματικού σαραγιού. Ποιος είναι δυσαρεστημένος; Ποιος δεν θα επανεκλεγεί; Ποιος μισεί τον άλλον, γιατί προτιμήθηκε στο παλατιανό σύστημα; Ποιος δεν έχει άλλη απασχόληση εκτός κόμματος, ποιου δηλαδή η απασχόληση συναρτάται μόνο με την κομματική θέση του; Αν η χρεοκοπία δημιούργησε μια ευρεία απομάγευση κομμάτων, κοινοβουλίου και μετέβαλε όλους τους ψηφοφόρους σε κυνικούς εκτιμητές, ο πολιτικός κίνδυνος μέσα στον οποίο διαβιούν όλοι οι θαμώνες του παλατιού, διαλύει κάθε ίχνος ψυχραιμίας. Γιατί το κινδυνώδες τοπίο τυλίγει τους πάντες, φυσικά με διαφορετικό τρόπο.
Στην ΝΔ π.χ. που είναι ο σοβαρότερος καρπωτής εξουσίας και που δεν μπορεί να εννοήσει τον εαυτό της εκτός του εξουσιαστικού κουκουλιού, ο κίνδυνος είναι η εσωτερική αποσάθρωση από την απώλεια της αυτοδυναμίας και μια πιθανή αναγκαστική συμμετοχή σε εταιρικό σχήμα. Μικρότερα ποσοστά, σημαίνουν διαίρεση των δυνατοτήτων, άρα και της κάρπωσης. Για το ΠΑΣΟΚ, με το να μπει (αδέξια) στη θέση του «κυνηγού ποσοστού» (και όχι να αφήσει ελεύθερη την κατακτημένη πολιτική του ποιότητα και τις επεξεργασίες του να λειτουργήσουν χωρίς αριθμητικούς καταναγκασμούς και σκορ), ο κίνδυνος έρχεται από την εκπλήρωση ή όχι της στενής αριθμητικής επίτευξης.
Για τον χώρο (και όχι μόνο το τωρινό κόμμα) του ΣΥΡΙΖΑ, τα πράγματα είναι πολύ τραγικότερα. Ο εξελισσόμενος θάνατός του συνοδεύεται και από μια ευρεία επιτάφιο αρθρογραφία. Τέτοια που η ίδια η (ποιοτική) κοινοβουλευτική παραγωγή του ουδέποτε διέγειρε. Αυτό που βλέπουμε είναι χαιρέκακα κείμενα, δραματοποιημένες αφηγήσεις, κλαυθμούς και αναθέματα, γονυκλισίες μπροστά σε ποικίλους μικρούς θρόνους· όλα τα βλέπεις. Η αόριστη, σχεδόν μεταφυσική, επένδυση του κόσμου, ο οποίος κάπου πρέπει να στεγάσει τη διαμορφωμένη πολιτική του αντίρρηση, ένταση, τσαντίλα και το οδοιπορικό, ιδίως της Αριστεράς, σε εικαζόμενα κινήματα, έχει κουράσει.
Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ, παλαιστινιακό, προσφυγικά κτίσματα κ.λπ. είναι αδύναμα σχήματα, για να στεγάσουν εναλλακτικά τον ίδιο καημό. Ο κόσμος χρειάζεται ένα πρόσωπο-αναφορά, χωρίς όμως αυτό να είναι και το πολιτικά λυτρωτικό στοιχείο για τον μεγάλο συλλογικό γρίφο, εντός του οποίου διαβιούμε. Είναι θεολογικό, δηλαδή βαθύτατα πολιτικό φαινόμενο, και όχι απλώς προσωπολατρικό ή προσωποκτονικό. Ο κόσμος χρειάζεται ρόλο, σκηνική υποστασιοποίηση, χρειάζεται αφηγητή, ερμηνευτή. Σε αυτό το ερειπιώδες τοπίο παίζονται αυτά τα λίγα που διαθέτουμε ως (κουρασμένη) χώρα και (εξαντλημένη) πολιτική σκηνή.
Ο Δημήτρης Σεβαστάκης είναι ζωγράφος και καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του ΕΜΠ








