Η συζήτηση γύρω από τις ρυθμίσεις ληξιπρόθεσμων οφειλών επανέρχεται διαρκώς στον δημόσιο διάλογο, συχνά με όρους ηθικής αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά, διατυπώνεται η άποψη ότι οι συνεχείς ρυθμίσεις αδικούν τους συνεπείς φορολογουμένους και από την άλλη, υποστηρίζεται ότι χωρίς αποτελεσματικούς μηχανισμούς ρύθμισης, μεγάλο μέρος των οφειλών καθίσταται πρακτικά ανεπίδεκτο είσπραξης, με την πραγματικότητα να βρίσκεται, όπως συμβαίνει συνήθως, κάπου στη μέση.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι οι έκτακτες οικονομικές συνθήκες, η οικονομική κρίση, η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και οι πληθωριστικές πιέσεις δημιούργησαν σημαντικές δυσκολίες στη ρευστότητα χιλιάδων επιχειρήσεων και νοικοκυριών, με αποτέλεσμα πολλοί φορολογούμενοι να μην είναι συνεπείς όχι από επιλογή, αλλά από πραγματική οικονομική αδυναμία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη δυνατότητα ρύθμισης οφειλών σε έως 72 δόσεις αποτελεί μια ουσιαστική ευκαιρία επανένταξης πολλών οφειλετών στη φορολογική κανονικότητα. Ως γνωστόν, η ρύθμιση αφορά πάνω από ένα εκατομμύριο φυσικά πρόσωπα και πάνω από 200.000 επιχειρήσεις με εκτιμώμενα χρέη άνω των 90 δισ. ευρώ, καλύπτοντας ληξιπρόθεσμες ή αρρύθμιστες οφειλές που δημιουργήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023, με την προϋπόθεση ότι δεν έχουν ήδη υπαχθεί σε άλλη ρύθμιση έως τις 21 Απριλίου 2026. Η ρύθμιση αυτή δεν αφορά διαγραφή χρεών ούτε επιβράβευση της ασυνέπειας, αλλά πρόκειται για έναν ρεαλιστικό μηχανισμό που επιτρέπει την επανεκκίνηση της εισπραξιμότητας «βαλτωμένων» δημοσίων εσόδων.
Η φορολογική διοίκηση δεν ωφελείται όταν εκατοντάδες χιλιάδες οφειλές παραμένουν ανενεργές και πρακτικά ανεπίδεκτες είσπραξης, αντιθέτως, ωφελείται όταν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις αποκτούν τη δυνατότητα να εξυπηρετούν σταδιακά τις υποχρεώσεις τους, παραμένοντας οικονομικά ενεργοί. Αλλωστε, μια επιχείρηση που λειτουργεί συνεχίζει να παράγει εισόδημα, να καταβάλλει φόρους, ασφαλιστικές εισφορές και να διατηρεί θέσεις εργασίας.
Επομένως, είναι αναγκαίο η πολιτεία να εξετάζει τη δημιουργία σταθερών και προβλέψιμων μηχανισμών ρύθμισης, με αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, οι οποίοι θα απευθύνονται στη μεγάλη πλειονότητα των πραγματικά αδύναμων οφειλετών. Οι ρυθμίσεις δεν πρέπει να αποτελούν έκτακτες εξαιρέσεις που εμφανίζονται κάθε λίγα χρόνια, συνήθως προεκλογικά, αλλά μέρος μιας συνεκτικής πολιτικής διαχείρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Η συνέπεια των φορολογουμένων ασφαλώς και πρέπει να επιβραβεύεται, όμως, εξίσου σημαντικό είναι να παρέχεται μια δεύτερη ευκαιρία σε όσους αποδεδειγμένα επιθυμούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, αλλά αδυνατούν να το πράξουν εφάπαξ. Μια ρεαλιστική ρύθμιση δεν αποδυναμώνει τη φορολογική συμμόρφωση, αντίθετα, την ενισχύει, καθώς επαναφέρει τους οφειλέτες στην οικονομική δραστηριότητα και αυξάνει τις πιθανότητες είσπραξης των δημοσίων εσόδων.
Τελικά, η επιτυχία μιας φορολογικής πολιτικής δεν κρίνεται μόνο από το ύψος των βεβαιωμένων οφειλών, αλλά κυρίως από το ποσοστό εκείνων που μπορούν πραγματικά να εισπραχθούν.
Ο Γιώργος Α. Κορομηλάς είναι φορολογικός σύμβουλος – πρόεδρος Ινστιτούτου Οικονομικών και Φορολογικών Μελετών








