Κοιτάς τις φωτογραφίες. Μία γυναίκα 72 ετών. Δείχνει γλυκιά, αξιοπρεπής, έχει σε όλες ένα διακριτικό χαμόγελο. Προσπαθείς να κάνεις εικόνα τις τελευταίες στιγμές, τις σκέψεις. Τη στιγμή που η φωτιά από τους εμπρηστικούς μηχανισμούς κυκλώνει το σπίτι και βγαίνει έξω να σωθεί, ώσπου εκρήγνυται και ο δεύτερος. Οι δολοφόνοι ήθελαν να είναι σίγουροι ότι θα σκοτώσουν. «Εφερε εγκαύματα στο 80% της σωματικής της επιφάνειας» αναφέρει το ιατρικό ανακοινωθέν. Κάηκε ζωντανή.

Οι δολοφόνοι πέτυχαν τον στόχο τους, στις άλλες επιθέσεις με εμπρηστικούς μηχανισμούς δεν τα κατάφεραν, έμειναν στην απόπειρα δολοφονίας. Την επομένη ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από τα γνωστά τσιτάτα, ευχολόγια, θεωρητικές διακηρύξεις. Ο πρόεδρος της Βουλής είπε ότι «οι ειδεχθείς πράξεις που επιχειρούν να σπείρουν τον τρόμο και να κλονίσουν το δημοκρατικό μας πολίτευμα δεν θα γίνουν ανεκτές».

Τόσο ήπιος λόγος, τόσο στρογγυλεμένες διατυπώσεις για ένα προμελετημένο έγκλημα εναντίον αθώων πολιτών, τους οποίους η ευνομούμενη Πολιτεία αποδείχθηκε ανίκανη να τους προστατέψει. Ισως διότι είχαν προηγηθεί άλλα ευχολόγια ότι «η Δημοκρατία δεν εκβιάζεται», πως «δεν φοβόμαστε». Αποδείχθηκε ότι πρέπει να φοβόμαστε. Διότι δημόσια επιδεικνύεται κτηνώδης ανοχή σε τρομοκρατικές πράξεις και το ποινικό μας σύστημα είναι εξαιρετικά ευνοϊκό απέναντι στους τρομοκράτες, απέναντι σε δολοφόνους. Ηταν Μάρτιος του 2019 όταν βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ σχολιάζοντας τον νέο Ποινικό Κώδικα που ο ΣΥΡΙΖΑ είχε θέσει σε διαβούλευση και προέβλεπε μειώσεις ποινών τόσο για τη σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, όσο και για την κατασκευή και κατοχή μολότοφ είχε πει «όσο θυμάμαι στα 30 χρόνια που ήμουν δημοσιογράφος δεν έχει σκοτωθεί ποτέ κανείς από μολότοφ».

Θλιβεροί υπερασπιστές δυνάμει δολοφόνων, με ένα μόνιμο «ναι μεν αλλά», υποβαθμίζουν συστηματικά τρομοκρατικές πράξεις, διαχωρίζουν τη βία σε κακή μαύρη και δικαιολογημένη κόκκινη, την οποία βαφτίζουν «δίκαιη οργή». Απέναντι, οι θεσμοί της Πολιτείας, που ακόμα δεν έχουν καταφέρει να βάλουν φυλακή τους δολοφόνους της Μαρφίν, που και εκείνοι έκαψαν ζωντανούς ανθρώπους υπό τον μανδύα του «λαϊκού επαναστάτη».

Πιο θλιβεροί, οι ηθικοί αυτουργοί, που τώρα είτε λουφάζουν, προσπαθώντας να απεκδυθούν των εγκληματικών ευθυνών τους, είτε ακόμα χειρότερα παριστάνουν τους θλιμμένους και αγανακτισμένους. Εκείνοι που μεθοδικά έσπειραν το μίσος, στοχοποίησαν κόμματα, πολιτικούς χώρους, άτομα. Εκείνοι που συνέβαλαν στην κανονικοποίηση της βίας μέσω της συστηματικής απαξίωσης παραβατικών πράξεων.

Τα τρικάκια αντιμετωπίζονται στη δημόσια σφαίρα ως αθώες εκδηλώσεις δικαιολογημένης αντίδρασης, τα συνθήματα στους τοίχους των σπιτιών πολιτικών ή δημοσιογράφων εκλαμβάνονται ως ανεκτή πρακτική, τα γκαζάκια σε σπίτια και επιχειρήσεις περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Μέσα ενημέρωσης χαρακτηρίζουν «παρεμβάσεις» τις επιθέσεις, πολιτικοί βαφτίζουν «ακτιβισμό» τον εκφοβισμό, οι διανοούμενοι ανακαλύπτουν ευγενή ανθρωπιστικά κίνητρα στις απόπειρες δολοφονίας. Είναι ηθικοί αυτουργοί, είναι ο πολιτικός βραχίονας της τρομοκρατικής βιας.

Κι έτσι, βήμα – βήμα, η ανοχή μετατρέπεται σε συνενοχή, έως ότου η βία κορυφωθεί και συμπολίτες μας καούν ζωντανοί. Η δολοφονία της Βάγιας Νέστορα, εκτός από φυσικούς αυτουργούς που η Πολιτεία οφείλει να βρει και να βάλει φυλακή, έχει και ηθικούς αυτουργούς. Εκείνους που ανάλαφρα κάνουν λόγο για «δολοφόνους» και «υπουργούς που σκοτώνουν παιδιά». Οταν κάποιος είναι «δολοφόνος» δεν πειράζει αν δολοφονηθεί. Θεωρείται αντίποινα.

Η ρητορική μίσους δεν προηγείται απλώς της βίας, συμβάλλει στην ηθική νομιμοποίησή της. Και αυτοί που το κάνουν έχουν ονοματεπώνυμο. Ηρθε η στιγμή όχι μόνο να κοιταχτούν στον καθρέφτη. Αλλά να τους κοιτάξουμε ως κοινωνία.

«Είμαστε περήφανοι για εσένα, θα συνεχίσουμε ενωμένοι… Σε αγαπώ…» έγραψε ο σύζυγος της Βάγιας Νέστορα, Παναγιώτης. Αραγε για πόσες ακόμα φορές που θα ακούσουμε ότι η Δημοκρατία δεν εκβιάζεται, θα συνεχίσει να εκβιάζεται;

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail