Πάντα τέτοιες μέρες οι πανεπιστημιακοί παθαίναμε κρίση ταυτότητας. Είχαμε διδάξει όλο το εξάμηνο ψυχή τε και σώματι κι όταν έφτανε η ώρα των εξετάσεων και της διόρθωσης των γραπτών αναρωτιόμασταν τι νόημα έχει το επάγγελμά μας. Διορθώναμε με τις ώρες σκυμμένοι πάνω απ’ τα γραπτά και βλέπαμε πόσο περιορισμένη ήταν η ανταπόκριση σε όσα είχαμε προσπαθήσει να μεταδώσουμε. Κυκλοφορούσαν και μερικά ανέκδοτα: ό,τι και να ‘χει γράψει, αν βάλει τον Χίτλερ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και όχι στον Α΄, πρέπει να περάσει – χρειαζόμαστε ένα 50% επιτυχίας, τουλάχιστον…
Και τι έχει αλλάξει φέτος και χρησιμοποιώ τον δραματικό τίτλο «Τέλος εποχής»; Λοιπόν, φέτος, δεν χρειάστηκε να σκύψω πάνω από τα γραπτά, να ξεδιαλύνω αν κάτι είναι σωστό ή λάθος, εύστοχο ή άστοχο. Φέτος άνοιγα την κόλλα αναφοράς και την έκλεινα με μια ματιά. Ηταν σχεδόν λευκή… Αυτό δεν είναι πια κρίση ταυτότητας, είναι ακύρωση.
Δίδαξα το μάθημα «Εισαγωγή στη νεοελληνική φιλολογία», μάθημα υποχρεωτικό για τα δύο από τα τρία τμήματα της Φιλοσοφικής Σχολής. Είχα 257 εγγεγραμμένους φοιτητές, πρωτοετείς και περασμένων ετών, στην παράδοση έρχονταν περίπου τριάντα και στις εξετάσεις έγραψαν 180. Υπολόγιζα πόσες μέρες θα έπρεπε να διορθώνω – και δεν χρειάστηκα παρά μόνο τον κόπο να ανοίγω και να κλείνω μια κόλλα, πού και πού κάποια απάντηση.
Δύο άριστοι φοιτητές (που είχαν εγκαταλείψει άλλες σπουδές για να έρθουν στις ανθρωπιστικές επιστήμες), πέντε-έξι αρκετά καλοί, με το ζόρι μερικά πεντάρια, ενώ η μεγάλη μάζα πήρε ένα συμβολικό τρία. Δούλεψα για λιγότερους από 10 ανθρώπους. Είναι φανερό ότι το σύστημα που ξέραμε πέθανε. Ακούω πως σε κάποιες άλλες σχολές και στα κεντρικά πανεπιστήμια η κατάσταση είναι καλύτερη, πως υπάρχουν ακόμα και «σπασικλάκια». Τι κάνουμε, όμως, με το μεγάλο πλήθος;
Παιδιά όμορφα, φωτεινά, που σε κοιτούν με ευγενικό χαμόγελο παραδίδοντας την κόλλα τους – κι εγώ να μην μπορώ να τους προσφέρω τίποτα; Αλλά εντυπωσιακή είναι και η παραίτησή τους: τα παιδιά αυτά δεν διαμαρτυρήθηκαν, δεν ξεσηκώθηκαν! Είχα φοβηθεί πως θα κατακλυστώ από επιθετικές απαιτήσεις, κι όμως τίποτα: σιωπή και αποδοχή. Τα θέματα, εννοείται, ήταν βατά και ολόκληρο το μάθημα αναρτημένο στην ιστοσελίδα του.
Τρίζουν τα θεμέλια του πολιτισμού μας. Η εκπαίδευση έχει ολοκληρωτικά αποτύχει, η αξία της μάθησης έχει καταρρεύσει. Δεν το λέμε, το κρύβουμε κι απ’ τους εαυτούς μας. Ομως είναι δραματικά παρόν, στα λίγα δευτερόλεπτα που μου χρειάστηκαν για να ανοίξω και να απορρίψω ένα «γραπτό» (άγραφο γραπτό).
Φταίει το σκρολάρισμα; Φταίει η τεχνητή νοημοσύνη; Οσον αφορά το πρώτο, ναι, είναι γνωστό πως τα παιδιά δεν μπορούν να διαβάσουν πια συνεχές κείμενο. Ο,τι ξεπερνάει μερικές αράδες καθίσταται απαγορευτικό. Ισως ο μεγάλος ανασταλτικός παράγοντας είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Θα προσέξατε ότι στην εξέταση του μαθήματός μου δεν έγινε χρήση. Αν είχαν ρωτήσει την ΤΝ, θα είχαν ωραιότατες αναλυτικές απαντήσεις. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό, όχι πάντως από δρακόντεια μέτρα επιτήρησης. Ισως έπιασε η απειλή που εκτόξευσα ότι, αν γίνει χρήση, αυτή θα ήταν η τελευταία γραπτή εξέταση. Ενας είρων θεός έβαλε το χέρι του… Ομως άλλο είναι το ζήτημα: φαίνεται ότι συνολικά η ΤΝ έχει παραλύσει τα πνεύματα. Γιατί να γράψω κάτι εγώ, ένα ατελές ασήμαντο ανθρωπάκι, αφού τα ξέρει όλα εκ των προτέρων το μεγάλο μηχάνημα.
Αυτή η παραίτηση παίρνει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα σε μεταπτυχιακά μαθήματα. Παίρνω πολλών δεκάδων σελίδων εργασία, γραμμένη από ΤΝ. Αναγνωρίζω αμέσως το αψεγάδιαστα ξύλινο ύφος του μεγάλου γλωσσικού μοντέλου. «Μα ήθελα να σας δώσω μια εργασία που θα χαρείτε να τη διαβάσετε», ήταν η απάντηση.
Τα παιδιά μας έχουν πάρα πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση και η τεχνητή νοημοσύνη έχει σαρώσει την όποια βούλησή τους για προσπάθεια.
Και τι κάνουμε τώρα; Συνθηκολογούμε; Κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας και την Πολιτεία ώσπου να πάρουμε σύνταξη; Προτείνουμε ασπιρίνες; Ναι, εγώ στην απελπισία μου σκέφτηκα ότι πρέπει να τελειώνουμε με τις εθιμικώ δικαίω προαιρετικές παρουσίες στα μαθήματα και να θεσπίσουμε την υποχρεωτικότητα στην παρακολούθηση. Ασπιρίνη;
Οταν καταρρέει ένας ολόκληρος πολιτισμός, πρέπει να τον ξανασκεφτούμε εκ βάθρων. Εφτασα κι εγώ στα όριά μου και ρώτησα την ΤΝ, διατυπώνοντας το πρόβλημα με όρους «υπαρξιακής απειλής». Στην αρχή μου απάντησε με τεχνικές λύσεις κι έπειτα σοβαρεύτηκε:
«Αν οι φοιτητές δεν έρχονται πια στην τάξη, είναι γιατί η τάξη προσφέρει κάτι που η ΤΝ μπορεί να αντικαταστήσει (μετάδοση πληροφορίας). Πρέπει να προσφέρουμε αυτό που η ΤΝ δεν θα προσφέρει ποτέ, τη μάθηση ως συλλογική, σωματική εμπειρία. Το πανεπιστήμιο πρέπει να γίνει ξανά ο χώρος της κοινότητας, της διαφωνίας, του πάθους και της ζωντανής επαφής. Οι φοιτητές θα επιστρέψουν αν η τάξη είναι ένα μέρος όπου νιώθουν ότι ακούγονται και ότι ανήκουν κάπου. Πρέπει ακόμα να τους δείξουμε ότι το νόημα βρίσκεται στον “ιδρώτα” του μυαλού, όπως όταν με τη γυμναστική χτίζουμε το σώμα. Κι ακόμα χρειάζεται μια ωμή συζήτηση: “Αν αφήσετε την ΤΝ να σκέφτεται για εσάς, παραδίδετε την ελευθερία σας. Το διακύβευμα δεν είναι ο βαθμός, είναι η πνευματική σας αυτονομία”».
Η ΤΝ μας δείχνει τον δρόμο για να ακυρώσουμε τις βλαβερές επιπτώσεις της – μένει να τον ακολουθήσουμε…
Η Αγγέλα Καστρινάκη είναι κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης








