Η πρώτη μου φορά στην Αμερική ήταν πριν από τριάντα χρόνια. Προσγειώθηκα στο JFK, άλλαξα τρένα κι έφτασα Penn Station, στο Μανχάταν. Βγήκα στον δρόμο. Σήκωσα αργά το κεφάλι, ακολουθώντας το παράστημα ενός ουρανοξύστη. Και γέλασα σαν παιδί. Ημουν μέσα σε ταινία. Ετσι νόμιζα. Λάθος. Βρισκόμουν σε έναν άγνωστο τόπο που τον γνώριζα ήδη. Λένε ότι συμβαίνει σε όλους όσοι ταξιδεύουν για πρώτη φορά στην Αμερική. Μπορεί να μην ξέρεις πού σε βγάζει ο δρόμος, αλλά αναγνωρίζεις σχεδόν τα πάντα γύρω σου. Γιατί πριν επισκεφθείς εσύ την Αμερική, σε έχει επισκεφθεί εκείνη.

Οι περισσότεροι Ελληνες δεν πήγαν ποτέ σε αμερικανικό λύκειο. Κι όμως ξέρουν πού είναι τα ντουλαπάκια στους διαδρόμους. Δεν μπήκαν ποτέ σε diner της Αριζόνας, αλλά μπορούν να παραγγείλουν νοερά pancakes με maple syrup. Δεν διέσχισαν τη Route 66, όμως τη νοσταλγούν σαν να την έχουν οδηγήσει. Ξέρουν το δικαστικό σύστημα της Αμερικής καλύτερα από όσο γνωρίζουν το ελληνικό. Η Αμερική έγινε οικεία χωρίς να είναι πατρίδα μας. Ολοι έχουμε μέσα μας ένα κομμάτι της. Ακόμα κι αν την αρνιέσαι ή τη μισείς, κουβαλάς κάτι δικό της. Το αποκάλεσαν πολιτισμικό ιμπεριαλισμό. Η Αμερική δεν χρειάστηκε να κατακτήσει εδάφη· κάρφωσε τη σημαία της στη φαντασία των ανθρώπων, στον τρόπο ζωής τους.

Οι μεγάλοι πόλεμοι δεν κερδήθηκαν από στρατηγούς, αλλά από καουμπόηδες. Μπορεί να σας φανεί υπερβολικό, αλλά είναι κάτι αντίστοιχο με το αρχαίο ελληνικό ή ρωμαϊκό πνεύμα. Εχει και κάτι από τη δυναμική του χριστιανισμού. Η ποπ κουλτούρα της Αμερικής έγινε παγκόσμια, επειδή γεννήθηκε ως συνάντηση διαφορετικών πολιτισμών. Απευθύνεται σε ανθρώπους με διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες και παραδόσεις. Γι’ αυτό έμαθε να αφηγείται ιστορίες που μπορούσαν να τις καταλάβουν όλοι. Για ένα μεγάλο κομμάτι της αμερικανικής κουλτούρας το προϊόν είναι απλώς το εισιτήριο. Αυτό που αγοράζεις είναι ο μύθος. Τριγυρίζοντας στη Νέα Υόρκη, οδηγώντας στην Καλιφόρνια, διασχίζοντας την Αριζόνα, δεν κοιτάζεις το τοπίο. Βλέπεις τον εαυτό σου μέσα στον μύθο. Με το γκάζι πατημένο στο Μαλιμπού και το «Call me» στα ηχεία, δεν βλέπεις των ωκεανό στα δεξιά σου. Βλέπεις τον εαυτό σου, κακομοίρη μου, σαν τον Ρίτσαρντ Γκιρ στο «American Gigolo».

Στην Αμερική καταλαβαίνεις ότι οι ταινίες δεν λένε ψέματα. Δείχνουν τη ζωή όπως είναι. Ντρέπομαι λίγο, αλλά είμαι ο ορισμός του fashion victim. Οδήγησα χιλιάδες χιλιόμετρα, για να φτάσω στην Αλμπουκέρκη, μόνο και και μόνο για να δω τα σημεία που γυρίστηκε το Breaking Bad. Λούστηκα στο κιτς, για να υπηρετήσω το «What happens in Vegas, stays in Vegas». Επιασα κουβέντα με κάτι άθλιους χωριάτες, με κουμπούρι στη ζώνη, για να μου εξηγήσουν τα κοινά σημεία ανάμεσα στον Τραμπ και στον Μέγα Αλέξανδρο. Εχω κάνει και άλλα που τα έμαθα από τις ταινίες και τις σειρές.

Ναι, τη λατρεύω. Οποτε την επισκέπτομαι είμαι ένα μικρό παιδί, μπουκωμένο με ποπ κορν. Κι όμως, κάθε φορά που φεύγω, νιώθω κάτι παράξενο· κάτι ανήσυχο. Γιατί η Αμερική που αγαπώ δεν είναι πάντα η Αμερική που βρίσκω. Η μία ζει στις ταινίες, στους δρόμους, στη μουσική, στα σπουδαία μουσεία, στις μεγάλες εφημερίδες, στον αέρα του Μαλιμπού. Η άλλη ψηφίζει, διχάζεται, φοβάται και θυμώνει. Λες κι είναι δύο χώρες που, όσο περνούν τα χρόνια, απομακρύνονται η μία από την άλλη.

Σήμερα η Αμερική γιορτάζει τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Φανταστείτε πώς θα ήταν ο δυτικός κόσμος μας αν οι πατέρες του αμερικανικού έθνους ακολουθούσαν άλλη οδό και δεν επέλεγαν την ελευθερία του λόγου ως προμετωπίδα του συντάγματός τους. Ολα αυτά που αγαπάμε στην Αμερική είναι παιδιά εκείνης της επιλογής. Και ίσως αυτό να είναι το πιο αμερικανικό πράγμα απ’ όλα: ότι ακόμα κι όταν προδίδει τις αξίες της – όπως κάνει τώρα – έχει μέσα της τα εργαλεία να το καταγγείλει. Κι ας υπονομεύονται οι θεσμοί. Κι ας σκοτεινιάζει ο κόσμος. Αρκεί ένας προβολέας και ο Bruce με την κιθάρα του.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail