Την πρώτη φορά που ο Ντόναλντ Τραμπ βρέθηκε στον Λευκό Οίκο και ανέλαβε να διευθύνει τις τύχες της Αμερικής, τα προσωπικά του εισοδήματα από επιχειρηματική δραστηριότητα υπέστησαν μια, φυσιολογική, μείωση της τάξης των 100 εκατομμυρίων τον χρόνο. Το σκάνδαλο τότε ήταν άλλο. Πώς είχε καταφέρει ο αθεόφοβος να πληρώσει μόλις 750 δολάρια φόρο για εισοδήματα 529 εκατομμυρίων. Και του φάνηκαν και πολλά, ώστε την επόμενη χρονιά να εξασφαλίσει επιστροφή φόρου.

Η δεύτερη φορά, όμως, είναι αλλιώς. Τον πρώτο κιόλας χρόνο της δεύτερης θητείας του, από κρίση σε κρίση κι από πόλεμο σε πόλεμο, τα εισοδήματα του προέδρου σχεδόν τετραπλασιάστηκαν. Από περίπου 700 εκατομμύρια που ήταν στα δύο χρόνια πριν από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, έφθασαν πέρυσι τα 2,2 δισ. Κάτι παραπάνω από τα μισά από αυτά (1,4 δισ.) προέρχονται από μπίζνες με κρυπτονομίσματα. Τις οποίες είχε φροντίσει να διευκολύνει. Πρώτα, αμνηστεύοντας έναν δισεκατομμυριούχο αυτής της σκοτεινής αγοράς, με τον οποίο κατόπιν συνεταιρίστηκε. Κι έπειτα νομοθετώντας την άρση όλων των νομικών περιορισμών στη διακίνηση των κρυπτονομισμάτων. Σαν να είχε περάσει ατύπως μια τροποποίηση στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, που προσθέτει το δικαίωμα του προέδρου να βγάζει λεφτά, πλάι στα άλλα ιερά δικαιώματα που η κυβέρνηση των «Ενωμένων Αποικιών» έπρεπε να εξασφαλίζει.

Ο Λευκός Οίκος, βέβαια, στους 2,5 αιώνες της αμερικανικής ιστορίας, δεν κατοικήθηκε μόνον από ενάρετους και αδιάφθορους ηγέτες. Αλλά ήταν σεβαστό, ως αυτονόητο, ότι ένας πρόεδρος έπρεπε να διακόψει, ο ίδιος και οι στενοί συγγενείς του, κάθε επαγγελματική ή επιχειρηματική δραστηριότητα. Ο Μπους ο νεότερος, για παράδειγμα, πούλησε τις μετοχές του στην ομάδα μπέιζμπολ του Ντάλας. Η σύζυγος του Τζόνσον μεταβίβασε τις μετοχές της σε τοπικό ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό σταθμό σε ένα καταπίστευμα υπό ανεξάρτητη διαχείριση. Οταν ο γιος του Ρούζβελτ, που ήταν και σύμβουλος του προέδρου, αποκαλύφθηκε ότι έκλεινε ασφαλιστήρια συμβόλαια σε δημόσιες υπηρεσίες, η κατακραυγή τον υποχρέωσε να παραιτηθεί. Και κάποιοι θύμιζαν αυτές τις ημέρες, σκανδαλισμένοι από τις αποκαλύψεις για τον πλούτο του προέδρου, πως όταν ο Χάρι Τρούμαν ολοκλήρωσε τη θητεία του, είχε ως μόνο εισόδημα μια στρατιωτική σύνταξη ύψους 113 δολαρίων τον μήνα.

Η δεύτερη θητεία Τραμπ φέρνει, λοιπόν, μια ιστορική αλλαγή: την εγκατάλειψη των προσχημάτων. Δεν είναι απλώς μια μέθοδος προσωπικού πλουτισμού. Είναι μια μέθοδος διακυβέρνησης.

Μια επενδυτική εταιρεία των Εμιράτων αγοράζει το 50% των μετοχών μιας οικογενειακής επιχείρησης των Τραμπ. Λίγο αργότερα, ο πρόεδρος παραμερίζει τις αντιρρήσεις των συμβούλων του και εγκρίνει την πώληση ευαίσθητων υλικών τεχνητής νοημοσύνης στα Εμιράτα. Ο πρόεδρος ανακοινώνει εξοντωτικούς δασμούς στα προϊόντα του Βιετνάμ. Ως μέρος της διαπραγμάτευσης για την άρση των δασμών, η κυβέρνηση της χώρας εγκρίνει εσπευσμένα την κατασκευή ενός μεγάλου γηπέδου γκολφ από την οικογενειακή επιχείρηση Τραμπ.

Οι ΗΠΑ κλείνουν, με προσωπική επίβλεψη του προέδρου, μια συμφωνία με το Καζακστάν για συμμετοχή σε εξορύξεις βολφραμίου. Λίγο αργότερα ανακοινώνεται ότι οι δύο γιοι του προέδρου απέκτησαν μεγάλο μέρος των μετοχών της επιχείρησης που θα εκμεταλλεύεται τα κοιτάσματα. Και ούτω καθεξής. Με αποκορύφωμα, φυσικά, το γεγονός ότι τη μεγάλη διαπραγμάτευση με το Ιράν διευθύνει ο γαμπρός του προέδρου, ο οποίος έχει εξασφαλίσει τη χρηματοδότηση των επενδυτικών του δραστηριοτήτων από σαουδαραβικά και εμιρατιανά funds.

Και κάπως έτσι συντελείται μια μεγάλη, απότομη και (ενδεχομένως) μη αναστρέψιμη αλλαγή στην ήδη προβληματική σχέση χρήματος και πολιτικής στο εσωτερικό της αμερικανικής δημοκρατίας. Αλλάζουν οι κανόνες και, ίσως, η ίδια η φύση του πολιτεύματος. Συντελείται, επίσης, μια αλλαγή στον τρόπο που ο υπόλοιπος κόσμος αντιλαμβάνεται τη σχέση του με την Αμερική. Σε κάθε κρίση, σε κάθε διαπραγμάτευση, σε κάθε συμφωνία που κλείνει ή χαλάει, το στοίχημα που όλοι έχουν να κερδίσουν δεν είναι να μαντέψουν ποιο είναι το πραγματικό συμφέρον των ΗΠΑ ή ο απώτερος στόχος των αμερικανικών κινήσεων, αλλά κάτι πολύ απλούστερο: τι έχουν να κερδίσουν προσωπικά ο αμερικανός πρόεδρος και η οικογένειά του από αυτά. Δημιουργείται, έτσι, μια πρωτοφανής συνθήκη στις διεθνείς σχέσεις. Οπου όσο λιγότερες δεσμεύσεις από δημοκρατικούς κανόνες και κανόνες διαφάνειας και λογοδοσίας στη διαχείριση του εθνικού της πλούτου έχει μια χώρα, τόσο πιο επωφελείς συμφωνίες με τις ΗΠΑ μπορεί να εξασφαλίσει η κυβέρνησή της. Σκεφθείτε τις συνέπειες αυτής της νέας συνθήκης στο άμεσο γεωγραφικό μας περιβάλλον…

Η Αμερική που γιορτάζει σήμερα τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της – που αρχίζει με εκείνη τη μνημειώδη φράση για τις «αυταπόδεικτες αλήθειες» πως «όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι και προικίζονται από τον δημιουργό τους με απαραβίαστα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων είναι το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην ελευθερία, και το δικαίωμα στην επιδίωξη της ευτυχίας» – δεν είναι πια αυτό που ήταν.

Ούτε η Αμερική που στη φιλοδοξία των πατέρων της προοριζόταν να γίνει το οικουμενικό υπόδειγμα Δημοκρατίας. Ούτε η Αμερική που, στο μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων 150 χρόνων από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο κι ύστερα, αντιλαμβανόταν ως προϋπόθεση εξυπηρέτησης των συμφερόντων της την ανάληψη ενός ρόλου εγγυητή μιας διεθνούς τάξης, την οποία η ίδια είχε επιβάλει και η οποία μπορεί να ήταν βαθιά υποκριτική – με μια υποκρισία γόνιμη και ευέλικτη, όπως λέει ο Μαζάουερ – στηριζόταν όμως σε κάποιους κανόνες, που την έκαναν στοιχειωδώς προβλέψιμη.

Η Αμερική θα γιορτάσει σήμερα την επέτειο, με τον παραδοσιακό τρόπο. Με πικνίκ, μπάρμπεκιου, χοτ-ντογκ, οικογενειακές γιορτές και πυροτεχνήματα. Αλλά, στην Ουάσιγκτον τουλάχιστον, θα είναι φανερή η αλλαγή. Αντί για την παραδοσιακή εθνική γιορτή, η πρωτεύουσα θα ζήσει έναν ακόμη προσωπικό θρίαμβο του προέδρου της. Στον ορίζοντα του οποίου προσαρμόζεται πια και ο διεθνής ρόλος μιας μεγάλης δύναμης την οποία κανείς πια στον κόσμο (με εξαίρεση μια χούφτα χώρες όπως οι Φιλιππίνες και το Ισραήλ) δεν εμπιστεύεται.

ΣΧΟΛΙΑ
ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΣΧΟΛΙΟΥ
0 /50
0 /2000
YouTube thumbnail