Πριν ένα ζώο βρεθεί στον δρόμο, πριν γίνει «ακόμη ένα αδέσποτο», πριν καταλήξει σε ένα καταφύγιο, σε μια αγγελία υιοθεσίας ή σε μια ανάρτηση απόγνωσης, υπάρχει πάντα μια προηγούμενη πράξη. Μια γέννα που δεν καταγράφηκε. Ενα ζώο που δεν στειρώθηκε. Ενας κηδεμόνας που δεν ανέλαβε την ευθύνη. Μια αυλή, ένα υπόγειο, ένας στάβλος, ένα χωράφι, ένας χώρος όπου γεννήθηκαν κουτάβια ή γατάκια χωρίς κανέναν σχεδιασμό για το μέλλον τους.
Η συζήτηση για τα αδέσποτα στην Ελλάδα ξεκινά συνήθως από το τέλος της διαδρομής: από τα ζώα που περιφέρονται πεινασμένα, από τους δήμους που αδυνατούν να ανταποκριθούν, από τα καταφύγια που γεμίζουν, από τους εθελοντές που εξαντλούνται. Ομως το πραγματικό ερώτημα βρίσκεται πολύ πιο πίσω. Πριν γίνουν αδέσποτα, γεννήθηκαν κάπου. Και εκεί πρέπει να αναζητηθεί η ευθύνη.
Οι σκύλοι που κανείς δεν θέλει να βλέπει
Σύμφωνα με έρευνες, αλλά και με τη σταθερή εικόνα που μεταφέρουν φιλοζωικά σωματεία από πολλές περιοχές της χώρας, η πλειοψηφία των αδέσποτων σκύλων δεν είναι «τυχαία» ζώα. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, κυνηγετικοί και ποιμενικοί σκύλοι. Ζώα εργασίας, ζώα που χρησιμοποιήθηκαν, ζώα που γεννήθηκαν ανεξέλεγκτα, ζώα που κάποια στιγμή κρίθηκαν «περιττά», «άχρηστα», «ανεπαρκή» ή απλώς ανεπιθύμητα.
Αυτό είναι ένα κρίσιμο στοιχείο που σπάνια λέγεται καθαρά. Το πρόβλημα των αδέσποτων δεν παράγεται μόνο στις πόλεις, ούτε μόνο από την κλασική εγκατάλειψη ενός ζώου συντροφιάς. Παράγεται και στην περιφέρεια, από ανεξέλεγκτες γέννες, από αστείρωτα δεσποζόμενα, από σκύλους που αλλάζουν χέρια χωρίς ουσιαστική καταγραφή, από ζώα που δεν παρακολουθεί κανείς μέχρι να βρεθούν στον δρόμο.
Ο Νόμος 4830/2021 έθεσε ένα διαφορετικό πλαίσιο: ηλεκτρονική σήμανση, καταγραφή, ιχνηλασιμότητα, υποχρεώσεις κηδεμόνων και, κυρίως, την υποχρέωση στείρωσης ή, εναλλακτικά, αποστολής δείγματος γενετικού υλικού DNA. Η λογική του είναι σαφής: κανένα ζώο δεν πρέπει να βρίσκεται εκτός συστήματος. Κάθε ζώο πρέπει να έχει ταυτότητα, διαδρομή, κηδεμόνα και ευθύνη.
Στην Ελλάδα υπάρχει ήδη το Εθνικό Μητρώο Ζώων Συντροφιάς. Μέσα από αυτό καταγράφονται στοιχεία ζώων, ιατρικές πράξεις και κρίσιμα συμβάντα ζωής, όπως σήμανση, απώλεια, εύρεση, μεταβίβαση, υιοθεσία και αναδοχή. Το εργαλείο υπάρχει. Το ερώτημα είναι αν αξιοποιείται ως μηχανισμός πρόληψης ή αν παραμένει ένα ψηφιακό αρχείο που δεν φτάνει στην πραγματική πηγή του προβλήματος.
Η εφαρμογή παραμένει ζητούμενο για 5 χρόνια
Σχεδόν πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου, η εφαρμογή του δεν έχει φτάσει ακόμη στο σύνολο της κοινωνίας. Η υποχρέωση στείρωσης ή DNA εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από πολλούς ως θεωρητική πρόβλεψη. Η ιχνηλασιμότητα παραμένει άνιση. Οι ανεξέλεγκτες γέννες συνεχίζονται. Τα κουτάβια και τα γατάκια εξακολουθούν να «χαρίζονται» χωρίς έλεγχο, χωρίς σήμανση, χωρίς καταγραφή, χωρίς εγγύηση για το πού θα καταλήξουν.
Και μάλλον δεν είναι τυχαίο ότι ο νομοθέτης αντιμετωπίζει την εγκατάλειψη όχι ως απλή παράβαση, αλλά ως πράξη με ποινική απαξία. Η εγκατάλειψη ζώου συντροφιάς συνιστά ποινικό αδίκημα, ενώ η εγκατάλειψη νεογέννητων ζώων διώκεται σε βαθμό κακουργήματος. Ο νόμος αναγνωρίζει αυτό που η κοινωνία συχνά προσπαθεί να υποβαθμίσει: ότι η στιγμή που ένα ζώο αφήνεται αβοήθητο δεν είναι μια «δύσκολη απόφαση», ούτε μια «ατυχής κατάληξη». Είναι κρίκος της ίδιας αλυσίδας που αρχίζει από την ανεξέλεγκτη γέννα και καταλήγει στον δρόμο.
Καμία πλατφόρμα δεν αρκεί χωρίς πρόληψη
Καμία πλατφόρμα δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα αν συνεχίζουμε να θεωρούμε φυσιολογικό να γεννά ένα ζώο ξανά και ξανά επειδή «κάπου θα δοθούν τα μικρά». Δεν είναι αθώο. Δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι η αρχή της αλυσίδας που οδηγεί στον υπερπληθυσμό, στην εγκατάλειψη, στα καταφύγια που ασφυκτιούν και στους δήμους που καλούνται να διαχειριστούν συνέπειες επιλογών που έγιναν πολύ νωρίτερα.
Η Ευρώπη δείχνει πλέον ότι η επόμενη μεγάλη μάχη δεν θα δοθεί μόνο στην περισυλλογή, αλλά στην ιχνηλασιμότητα. Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες για σκύλους και γάτες βάζουν στο επίκεντρο την υποχρεωτική σήμανση, την καταγραφή, την εκτροφή, την εισαγωγή, τη στέγαση και τη διαχείριση των ζώων. Με απλά λόγια: κάθε ζώο πρέπει να έχει προέλευση και υπεύθυνο άνθρωπο πίσω του.
Η προστασία των ζώων δεν αρχίζει όταν ένα ζώο βρεθεί στον δρόμο. Αρχίζει πολύ νωρίτερα: στη στείρωση, στη σήμανση, στην υπεύθυνη μεταβίβαση, στον έλεγχο της γέννας, στην ιχνηλασιμότητα. Αν δεν ξέρουμε από πού έρχονται τα ζώα, δεν θα μπορέσουμε ποτέ να σταματήσουμε το πού καταλήγουν.








