Η διακήρυξη της 4ης Ιουλίου υπονομεύεται από τον ίδιο τον αμερικανό πρόεδρο, και όχι μόνο επειδή επέλεξε να τιμήσει τα 250ά της γενέθλια αρκετές εβδομάδες νωρίτερα από τους υπολοίπους Αμερικανούς με έναν αγώνα μεικτών πολεμικών τεχνών στον Λευκό Οίκο. Το είχε καταστήσει σαφές ο αντιπρόεδρός του ήδη από την ημέρα που αποδέχθηκε το χρίσμα στην εθνική συνδιάσκεψη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος το 2024, όταν είχε πει ότι «οι άνθρωποι δεν πολεμούν για αφηρημένες ιδέες, αλλά για την πατρίδα τους». Οπως γράφει, όμως, η αμερικανίδα ιστορικός Αν Απλμπομ στο Atlantic, το ότι ο Τζ. Ντ. Βανς, τα πεθερικά του που γεννήθηκαν στην Ινδία, οι δικοί της προπάπποι που γεννήθηκαν στην Αλσατία, μαζί με τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, είναι, ήταν ή θα είναι Αμερικανοί οφείλεται στο ότι ζουν σε μια κοινότητα που δημιουργήθηκε από αυτές ακριβώς τις αφηρημένες ιδέες στις οποίες τόσο απαξιωτικά αναφέρθηκε ο αντιπρόεδρος σε εκείνη την ομιλία του.
Για να κρατιέται μια χώρα ενωμένη, τονίζει η Απλμπομ, χρειάζονται λειτουργικοί θεσμοί, όπως χρειάζονται και σύμβολα: μια σημαία, ένας εθνικός ύμνος, η Γιορτή των Ευχαριστιών, η 4η Ιουλίου, η ορκωμοσία του προέδρου, το διάγγελμά του προς το έθνος. Από τότε που ανέλαβαν την εξουσία, όμως, ο Τραμπ και ο Βανς έχουν βαλθεί να καταστρέψουν τόσο τους θεσμούς όσο και τα σύμβολα.
Επειδή πιστεύουν ότι μόνο άνθρωποι σαν κι αυτούς αξίζουν να θεωρούνται «πραγματικοί» Αμερικανοί και ότι αποστολή της αμερικανικής κυβέρνησης είναι να υπηρετεί αυτούς και μόνον αυτούς, υπονομεύουν οτιδήποτε αφηγείται μια πιο ενοποιητική ιστορία. Πού έχει οδηγήσει αυτό; Στο ότι σε μια πρόσφατη δημοσκόπηση του ινστιτούτου Gallup, μόλις 31% των ερωτηθέντων δηλώνουν «πολύ υπερήφανοι που είναι Αμερικανοί», έναντι 78% το 2015.
Ο σημερινός πρόεδρος ήταν στην πραγματικότητα ο χειρότερος εφιάλτης των ιδρυτικών πατέρων της Αμερικής, λέει στην «El País» ο Στιβ Λεβίτσκι, ο ένας εκ των δύο συγγραφέων του περίφημου βιβλίου «Πώς πεθαίνουν οι δημοκρατίες». «Σχεδίασαν ένα σύστημα που περιορίζει την εκτελεστική εξουσία και επιτρέπει την αντιμετώπιση δημαγωγών σαν τον Τραμπ, δεν μπόρεσαν να προβλέψουν όμως τα πολιτικά κόμματα, την αναπόφευκτη επέκταση του σύγχρονου διοικητικού κράτους ή το ότι ένας ηγέτης θα μπορούσε μια μέρα να ελέγχει προσωπικά ένα από αυτά τα κόμματα και, μέσω αυτού, όλους τους κλάδους της κυβέρνησης και της διοίκησης». Η Απλμπομ δεν είναι σίγουρη ότι οι ΗΠΑ θα γιορτάσουν την 300ή επέτειο της 4ης Ιουλίου, εκείνος τι πιστεύει; «Μάλλον θα τη γιορτάσουμε, όχι όμως χάρις στον σχεδιασμό της δημοκρατίας μας, αλλά επειδή οι θεσμοί έχουν αποκτήσει πολύ γερές ρίζες».
Αλλά και οι άλλες δύο επαναστάσεις του 1776 δεν χαίρουν άκρας υγείας, παρατηρεί στο Project Syndicate Quarterly η καθηγήτρια στο Κέιμπριτζ Αντάρα Χάλνταρ. Το ελεύθερο εμπόριο όπως το είχε υποσχεθεί ο Ανταμ Σμιθ διέρχεται κρίση. Η δημοκρατία δίνει τη θέση της στον λαϊκιστικό αυταρχισμό. Και η ευφυΐα, το καθοριστικό γνώρισμα του ανθρώπου, αυτοματοποιείται και βιομηχανοποιείται. Ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες, το όνειρο του απεριόριστου υλικού κέρδους κινδυνεύει να μετατραπεί σε εφιάλτη.
Η αιτία του κακού, σύμφωνα με τη Χάλνταρ, είναι το λεγόμενο «Πρόβλημα του Ανταμ Σμιθ», το πώς θα συμφιλιωθούν δηλαδή τα δύο μεγάλα του έργα: ο «Πλούτος των Εθνών», με την έμφασή του στο ατομικό συμφέρον και τη δύναμη της αγοράς, και η «Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων», με τις πλούσιες αναφορές της στην ενσυναίσθηση, την ηθική κρίση και την κοινωνική ενσωμάτωση. Η σύγχρονη οικονομία ευνόησε σκανδαλωδώς το πρώτο έναντι του δεύτερου. Η λύση σήμερα βρίσκεται στην αποκατάσταση της ισορροπίας ανάμεσά τους, στην αντιμετώπιση δηλαδή της κυρίαρχης κρίσης στην καρδιά του καπιταλισμού, που είναι μια κρίση ηθική, μια κρίση νοήματος, ένταξης, αναγνώρισης και ταυτότητας. Αντί να αποδεχθούμε τη συρρίκνωση της ελευθερίας, θα πρέπει να την επανακαθορίσουμε θετικά (ως την ικανότητα να κάνουμε πράγματα) και όχι αρνητικά (ως το δικαίωμα της μη ανάμειξης). Θα πρέπει επίσης να ανακαλύψουμε εκ νέου αυτό που ο Τόμας Τζέφερσον και ο Ανταμ Σμιθ δεν εγκατέλειψαν ποτέ: την αμοιβαία συμπάθεια και κατανόηση, τη συναισθηματική και κοινωνική διάσταση της ανθρώπινης ζωής.
Ντάνιελ Ιμερβαρ (1980 – )
Η κλιματική αλλαγή
Η 200ή επέτειος της ανεξαρτησίας σημαδεύτηκε από την προσπάθεια επανασυμφιλίωσης της Αμερικής με τον εαυτό της ύστερα από τον πόλεμο του Βιετνάμ, το Γουότεργκεϊτ και την παραίτηση του Νίξον. Τότε άνοιξαν μουσεία σε όλη τη χώρα. Πενήντα χρόνια αργότερα, τα δεδομένα είναι πολύ διαφορετικά, λέει στην «El País» ο ιστορικός Ντάνιελ Ιμερβαρ, συγγραφέας του «Πώς να κρύψουμε μια αυτοκρατορία».
Η σημερινή επέτειος της 4ης Ιουλίου θα μείνει στην ιστορία ως η πρώτη κατά την οποία η κλιματική αλλαγή ήταν ο πιο σημαντικός παράγων και η πρώτη, επίσης, κατά την οποία η παγκόσμια ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών σημειώνει υποχώρηση. «Οποιοι κοιτάζουν πίσω», λέει ο αμερικανός ιστορικός, «θα ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για το τι κάναμε ή σταματήσαμε να κάνουμε για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, παρά για τις ακρότητες του προέδρου μας».








