Οι εικόνες από την έφοδο της αστυνομίας στα γραφεία του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (Cumhuriyet Halk Partisi – CHP) στην Αγκυρα την περασμένη Κυριακή αποτυπώνουν ανάγλυφα την επιχείρηση αλώσεως του κόμματος της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως της Τουρκίας.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η τουρκική δικαιοσύνη εργαλειοποιείται για τη διαμόρφωση του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Κατά το – όχι και τόσο απώτερο – παρελθόν τα φιλοκουρδικά και ισλαμιστικά κόμματα απαγορεύονταν με δικαστικές αποφάσεις, ενώ η παρέμβαση της τουρκικής δικαιοσύνης το 2016 είχε λειτουργήσει αποφασιστικώς και στην εσωκομματική αντιπαράθεση εντός του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσεως (Milliyetçi Hareket Partisi – MHP). Οδήγησε στην επικράτηση της ομάδος υπό τον Ντεβλέτ Μπαχτσελί και την αποχώρηση της Μεράλ Ακσενέρ και την ίδρυση του Καλού Κόμματος (İyi Parti – İP).
Είναι πάντως πρωτοφανής η επίθεση εναντίον του CHP, του κόμματος που παραδοσιακώς εκπροσωπεί την κεμαλιστική φιλοδυτική μεσαία τάξη της χώρας, ακριβώς κατά τη στιγμή που φαινόταν να αποκτά απήχηση σε κοινωνικές ομάδες, οι οποίες αποτελούσαν προνομιακό πεδίο επιρροής του κυβερνητικού συνασπισμού. Η επαναφορά του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου αποσκοπεί στην εκ των έσω αποδιοργάνωση του κόμματος το οποίο επέτυχε σημαντικές εκλογικές επιτυχίες κατά τα τελευταία έτη και αμφισβήτησε την κρατούσα άποψη περί ανικανότητος της τουρκικής αντιπολιτεύσεως να αμφισβητήσει την πολιτική ηγεμονία Ερντογάν.
Σύντομα θα γίνει σαφής ο αριθμός των κομματικών στελεχών που θα συνεργασθούν με τη διορισμένη διοίκηση του κόμματος και αν αυτή θα επιτύχει τον πλήρη έλεγχο των οργάνων του κόμματος. Αν και η πλευρά Οζέλ ζήτησε από τον διορισμένο πρόεδρο να συγκαλέσει το συντομώτερον έκτακτο συνέδριο για την εκλογή νέας ηγεσίας, είναι βέβαιο ότι η ομάδα Κιλιτσντάρογλου υπό την προστασία των δικαστικών θεσμών θα καθυστερήσει οποιαδήποτε εσωκομματική εκλογή.
Η πρωτοφανής κρίση και πιθανή διάσπαση του CHP διευκολύνουν τα μέγιστα τα σχέδια του κυβερνητικού συνασπισμού και αυξάνουν και το ενδεχόμενο πρόωρων προεδρικών και βουλευτικών εκλογών. Ούτως ή άλλως η προκήρυξη πρόωρων προεδρικών εκλογών ήταν προαπαιτούμενο για τη συνταγματικότητα της υποψηφιότητος του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η ημερομηνία αυτών θα εξαρτηθεί προφανώς και από την πορεία της οικονομίας και των διεθνών εξελίξεων, ως κρίσιμη παράμετρος, ωστόσο, αναδεικνύεται πλέον και το αν οι ψηφοφόροι και τα στελέχη του CHP θα αποδεχθούν τη δικαστικώς διορισμένη ηγεσία του κόμματός τους.
Αν η αντίδραση της εκλεγμένης ηγεσίας, των μελών και των ψηφοφόρων του CHP έναντι του δικαστικού πραξικοπήματος περιπλέξει την επικράτηση Κιλιτσντάρογλου, τότε αυξάνεται το ενδεχόμενο πρόωρων προεδρικών και βουλευτικών εκλογών το φθινόπωρο. Ενώ η ομάδα Κιλιτσντάρογλου θα επιδιώκει τη διά διαγραφών επικράτησή της εντός του CHP και η εκλεγμένη ηγεσία θα εξετάζει το ενδεχόμενο ιδρύσεως νέου κόμματος, ο κυβερνητικός συνασπισμός μπορεί να εκμεταλλευθεί τη συγκυρία, κηρύσσοντας πρόωρες εκλογές εν μέσω εσωκομματικού εμφυλίου στο CHP. Από την άλλη, αν η ομάδα Κιλιτσντάρογλου επικρατήσει χωρίς σημαντική αντίσταση, τότε δεν θα υπάρχει λόγος για πρόωρες εκλογές το φθινόπωρο, καθώς ο πλήρης έλεγχος του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας θα έχει συντελεσθεί.
Ο Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)








