Ο δημοσιογράφος Βασίλης Λυριτζής πέθανε το 2019. Λίγο πριν από το ετήσιο μνημόσυνο, οι φίλοι του φτιάξαμε μία σελίδα στο Facebook. Ανοιχτή προς όποιον θέλει να αφήσει δυο λόγια. Και κάθε χρόνο, στην επέτειο του θανάτου, γράφουμε κάτι και ανεβάζουμε μια φωτογραφία του Βασίλη. Η ανάρτηση υποδέχεται σχόλια φίλων και ανθρώπων που, αν και δεν τον γνώριζαν προσωπικά, εκτιμούσαν τη δουλειά και τη δημόσια παρουσία του. Ναι, δεν έχουμε κόλλυβα. Ούτε εκείνη τη φριχτή «τούρτα» με τη λευκή επικάλυψη και τον σταυρό που είναι σαν να τρως ένα μικρό τάφο. Δεν σχηματίζουμε αμήχανο ημικύκλιο γύρω από ένα μνήμα, μήτε κάνουμε σπονδές με κρασί σε λαϊκό ταβερνείο, όπως εκείνα που αγαπούσε ο μακαρίτης. Φτάνουν τα σχόλια κάτω από τη φωτογραφία του. Μικρές προσευχές που δεν θα ακούσει κανένας. Αρκεί, έστω, το απλό like. Κάτι σαν ψηφιακό κεράκι.

Το νεκροταφείο του Facebook είναι τεράστιο. Η πλατφόρμα είναι σπαρμένη με προφίλ νεκρών. Συχνά συναντάς και στιγμές κωμικοτραγικής ελαφρότητας: ευχές για γενέθλια ή ονομαστικές εορτές σε ανθρώπους που δεν υπάρχουν πια. Δεν ξέρω αν έχει «πλάκα». Είναι, όμως, μία υπενθύμιση του πόσο μηχανικά και ρηχά συνεχίζονται οι ψηφιακές μας σχέσεις. Αλλά και, ταυτόχρονα, μια μικρή παρηγοριά απέναντι στην ανυπαρξία, δεν συμφωνείτε; Θα φύγεις, θα χαθείς. Η ψηφιακή σου εκδοχή θα παραμείνει εκεί. Αγνωστο για πόσο. Με την καλύτερη φωτογραφία σου ή, έστω, με εκείνη που ήθελες να δείχνεις προς τον κόσμο. Οχι όλη σου η ζωή, μόνο η επιφάνειά της. Το προφίλ σου θα γίνει μνημείο. Ενα καντηλάκι που σιγοκαίει. Θα είσαι ψηφιακό φάντασμα. Ιχνος που δεν σβήνει εύκολα. Και, για φαντάσου, ακόμα και ως νεκρός θα συνεχίζεις να εμφανίζεσαι. Τα γενέθλιά σου θα σημαίνονται στα χρονολόγια των άλλων. Κάποιος θα πέσει επάνω σου τυχαία. Ενας άλλος θα σε αναζητήσει. Δεν θα είσαι εκεί. Θα είναι, όμως, αυτό που έβλεπαν οι άλλοι από σένα.

Αυτό, που λέτε, συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας. Παλαιότερα οι άνθρωποι πέθαιναν και η μνήμη τους ξεθώριαζε σαν μελάνι σε βρεγμένο χαρτί. Τώρα μένει ακόμα κι αν δεν υπάρχει κανείς να τη θυμηθεί. Επίσης με λίγα δολάρια μπορείς να αναστήσεις εικονικά τον άνθρωπό σου. Δίνεις στην εταιρεία φωτογραφίες, βίντεο με τη φωνή του και σου έρχεται ολοζώντανος. Μπορείς να κατασκευάσεις και άβαταρ, ψηφιακό σύντροφο με τα χαρακτηριστικά του. Μόνο και μόνο για να έχεις την ψευδαίσθηση της ύπαρξής του. Ναι, είναι εξωφρενικό. Αλλά κάποιοι νομίζουν ότι βρίσκουν παρηγοριά. Η αλήθεια είναι ότι συνεχίζουν να ζουν με το πένθος τους. Και ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο από όλα. Ο θάνατος, μέσα στο ψηφιακό περιβάλλον, δεν είναι απόλυτος. Είναι κάτι σαν κακή σύνδεση. Σαν να χάθηκε το σήμα, αλλά η εικόνα έμεινε στην οθόνη. Δεν μπορείς να επικοινωνήσεις, αλλά δεν μπορείς και να αποχαιρετήσεις. Το πένθος θέλει τέλος· κι εμείς δεν το δίνουμε.

Αυτές τις μέρες, που μιλάμε για Ανάσταση, η αντίφαση γίνεται ακόμα πιο έντονη. Η θρησκεία σου υπόσχεται την επιστροφή, τη νίκη επί του θανάτου, μια ζωή που συνεχίζεται αλλού, με άλλους όρους. Το Facebook σου δίνει κάτι πιο πεζό και πιο άβολο: όχι ανάσταση, αλλά παραμονή. Ο νεκρός δεν επιστρέφει, απλώς δεν φεύγει ποτέ εντελώς. Μένει εκεί, σε μια αιώνια Μεγάλη Παρασκευή, χωρίς το θαύμα που θα την ολοκληρώσει. Καμιά φορά επισκέπτομαι τα προφίλ νεκρών φίλων. Και, έστω για μία στιγμή, είναι σαν να τους θέτω σε μία διαρκή εκκρεμότητα, ανάμεσα στο «ήταν» και στο «είναι». Κάπως έτσι την πατάω κάθε χρόνο όταν γράφω στη σελίδα που φτιάξαμε για τον Λυριτζή. Είναι σαν να του λέω ένα «γεια» που θα έπρεπε να είναι «αντίο», αλλά, τελικά, δεν είναι τίποτα από τα δύο. Α, κι ένα γαμώτο που δεν το ακούει κανείς.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.