Επειδή αρχίζει η δίκη των Τεμπών, στην οποία έχει αποθέσει ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού τις ελπίδες του, ότι μέσω της Δικαιοσύνης θα φωτιστούν οι σκοτεινές πλευρές – και τα κενά – του κράτους δικαίου και θα δικαιωθούν οι 57 αδικοχαμένοι άνθρωποι, θέλω να επισημάνω φαινόμενα που συναντήσαμε κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα μέχρι σήμερα.

Είναι γνωστό ότι όλοι οι Ελληνες έχουν γνώμη και άποψη επί παντός του επιστητού· για σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς· για επιδημίες, εκδημίες, αποδημίες· για δυστυχήματα, ατυχήματα, για όλα τα προσχήματα· για πολιτικούς, απολίτικους, παραπολιτικούς.

Απαντες, όμως, δυσπιστούν με όλα και όλους· και ουδείς επιθυμεί να μάθει την Αλήθεια – ίσως γιατί τότε θα χρειαστεί να σπάσει τον παραμορφωτικό του καθρέφτη.

Οι περισσότεροι ούτε εξηγούν τις θέσεις τους ούτε κατανοούν το ακριβές περιεχόμενο των επιλογών τους. Διεκδικούν να «θέσουν τον δάκτυλόν τους επί τον τύπον των ήλων» των αντιπάλων τους, αλλά όταν κάνουν το ίδιο οι άλλοι γι’ αυτούς επικαλούνται «τα προσωπικά δεδομένα».

Μπορεί ο καθείς να βολεύεται με την «αλήθειά του», όμως δεν νοείται Αλήθεια χωρίς εμπιστοσύνη στους κριτές – βουλευτές, δικαστές, ειδικούς επιστήμονες.

Οι πολιτικοί και οι πολιτικολογούντες δεν είναι «σκεπτόμενα πράγματα», res cogitans, ώστε να μη γνωρίζουν ή, έστω, να μην υποπτεύονται τις συνέπειες των πράξεών τους. Η μετάβαση από το κακό παρόν στο καλό (;) αύριο δεν επιτυγχάνεται μέσω άδειου ηθικού χρόνου, γιατί μπορεί εκ των υστέρων τα λάθη να φαίνονται προφανή, αλλά η ζημιά έχει γίνει.

Η δυσαρμονία μέσων και σκοπού οδηγεί νομοτελειακά σε καταστροφές, όπως και το γνωστό μοτίβο της «εναντιωματικότητας» δεν σταματάει στην εύλογη και δίκαιη διαμαρτυρία, αλλά παίρνει συχνά και τη μορφή της προκλητικής συμπεριφοράς και της γενικευμένης ανυπακοής κατά παντός μη συμφωνούντος.

Δεν ζούμε στην εποχή των ενστίκτων και των άκρων, αλλά σε μια ειρηνική κοινωνία των θεσμών και της συναίνεσης, του μέτρου και του σεβασμού.

Οταν, παραδείγματος χάριν, κάποιοι νομικοί ισχυρίζονται ότι δεν υπάρχει Δικαιοσύνη στη χώρα μας – γενικά κι απόλυτα κι όχι συγκεκριμένα και ειδικά – όχι μόνον υπονομεύουν τον θεσμικό τους ρόλο, αλλά ανοίγουν και την πόρτα σε οποιονδήποτε «αδικηθέντα» να βιαιοπραγήσει κατά των λειτουργών της Δικαιοσύνης, των δικηγόρων συμπεριλαμβανομένων, όταν δεν τον ευνοεί μια δικαστική απόφαση.

Εχουμε χρέος απέναντι στην πολιτική (;), δικαστική (;) Αλήθεια, ίσως όμως να έχουμε μεγαλύτερο χρέος απέναντι στη Δημοκρατία. Δεν ακυρώνουμε τη μία έννοια υπέρ της άλλης ούτε παίζουμε με αμφισημίες και αμφιλογίες τον επικίνδυνο μανιχαϊσμό. Συνέπεια ως προς το ένα έννομο αγαθό – Δικαιοσύνη – δεν συνεπάγεται ασυνέπεια ως προς το άλλο – Δημοκρατία. Η δίκαιη οργή είναι όπλο της Δικαιοσύνης, όχι όμως εχθρός της Δημοκρατίας.

Μέσα από την Αλήθεια θ’ απονεμηθεί Δικαιοσύνη, κι όχι μέσω κραυγών ή ιδεοληψιών. Θυμίζω ότι το όποιο δικαστικό κατεστημένο δεν το αμφισβητούν μόνον οι πληγωμένοι κι οι θαρραλέοι, αλλά και πολλοί μη συμβατοί με την ηθική πτυχή των αιτημάτων που θεαματοποιούν τα τραύματα διά ίδιον σκοπόν.

Επειδή ουδείς είναι εξουσιοδοτημένος να διαχειρίζεται τη ζωή μας – ή και τον θάνατό μας –, νομίζω ότι ήρθε η στιγμή της ψυχραιμίας από τη μεριά των αιτούντων που διεκδικούν τα δικαιώματά τους· και όχι μια «πολιτική του οίκτου» και της συνειδητοποίησης, από τη μεριά της κυβέρνησης, ότι δεν ισχύει πλέον γι’ αυτήν το απόφθεγμα «όταν βρέχει, κοίτα να βραχείς λιγότερο», γιατί προφανώς ξέχασε ν’ αγοράσει ομπρέλα.

ΥΓ: Το ερώτημα είναι «ποιος διέταξε εκείνον που διέταξε τον άλλον που διέταξε…» [Β. Βασιλικός, «Ζ»], δηλαδή ποιος εκπροσωπεί το shadow state, το «Σύστημα» πίσω από το Σύστημα.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.