Ανοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και χαμογέλασε. Επειτα, μας έδειξε και καθίσαμε στο μεγάλο σαλόνι με τα παχιά χαλιά. Εχει λαμπερά μάτια και βαμμένα, κόκκινα νύχια. Η Λόλα Χασσίδ Αντζελ είναι μία από τους ελάχιστους εν ζωή Ελληνες Εβραίους που επέζησαν του Ολοκαυτώματος. Σήμερα είναι 89 ετών.
Από το ρετιρέ της οδού Πατησίων, όπου μένει, μας διηγήθηκε την ιστορία της και μας ταξίδεψε στα «μαύρα χρόνια» της Κατοχής και στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μπέργκεν – Μπέλσεν, ενώ εξέφρασε την ανησυχία και τον φόβο της για την επιστροφή του πολέμου στην επικαιρότητα. «Το πάω από πείσμα. Πρέπει να θυμίζω στους νέους τι είναι ο πόλεμος», είπε στα «ΝΕΑ» και η αφήγηση ξεκίνησε.

Τα χρόνια της Κατοχής
Το πλήρες όνομά της είναι Ραχέλ Λολίτα Αντζελ Χασσίδ. Γεννήθηκε το 1937 στη Θεσσαλονίκη από Σεφαραδίτες. Τον Ιανουάριο του 1941 η οικογένειά της κατέβηκε στην Αθήνα με ψεύτικες ταυτότητες, υπό τον φόβο του ναζισμού. Οταν τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς οι Γερμανοί εισέβαλαν στην πρωτεύουσα, έμειναν για λίγο στα Πατήσια και μετά μετακόμισαν στην Πλατεία Βικτωρίας. Εκεί, η οικογένεια πέρασε τα πρώτα, δύσκολα χρόνια της Κατοχής.
Ολα άλλαξαν τα ξημερώματα της 25ης Μαρτίου 1944. Οι Γερμανοί χτύπησαν την πόρτα της οικογένειας. Με το που μπήκε ο στρατιώτης στο σπίτι, ξερίζωσε το τηλέφωνο. «Ηταν και ένας προδότης ο οποίος έδειξε τον μπαμπά μου και είπε “αυτός είναι ο Σολομών Χασσίδ“», ανακαλεί η Λ. Αντζελ. Οι κατακτητές έδωσαν εντολή στη μητέρα της να πάνε την επομένη στη συναγωγή. Παρόλο που η τότε πρέσβειρα της Ισπανίας ετοίμασε χαρτιά υιοθεσίας για να πάρει τη μικρή Λόλα, ο πατέρας της αποφάσισε να μην την αφήσουν πίσω.

Στο τρένο για το Μπέργκεν – Μπέλσεν
Ετσι, πατέρας, μητέρα και κόρη βρέθηκαν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου και από εκεί στο τρένο για το Μπέργκεν – Μπέλσεν. Οπως περιγράφει σήμερα η επιζήσασα του Ολοκαυτώματος, στη διαδρομή επικρατούσαν άθλιες συνθήκες. «Είχε ένα βαρέλι με νερό, ένα με απολυμαντικό και ένα για τις ακαθαρσίες μας», λέει χαρακτηριστικά.
Η κατάσταση στο στρατόπεδο συγκέντρωσης θα ήταν ακόμη χειρότερη. «Η τουαλέτα ήταν έξω. Σκεφτείτε μια πισίνα με γύρω γύρω ένα ξύλο σαν ράφι και εκεί καθόσουν. Και τριγυρίζανε φαντάροι με τους σκύλους. Ερχότανε το γάλα που ήταν νερωμένο και ένα κομμάτι ψωμί, που ήταν για όλη την ημέρα. Το μεσημέρι ερχόταν ξανά το καζάνι. Η σούπα που είχε ήταν νερό με τα φλούδια από τις πατάτες», περιγράφει.

Το σπίτι της αποτελεί ένα ζωντανό μουσείο. Σε έναν τοίχο έχει φωτογραφίες των προγόνων της, ενώ στον απέναντι των παιδιών, των εγγονιών και των δισέγγονών της. Σε άλλο σημείο έχει κορνιζάρει ολόκληρο το γενεαλογικό δέντρο της οικογένειας. Η αριστερή και πάνω δεξιά πλευρά είναι γεμάτη φωτογραφίες. Κάτω δεξιά όμως είναι κενό. «Εδώ είναι το Ολοκαύτωμα», λέει δείχνοντάς το.
Η Αννα Φρανκ
Πολλές φορές κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας, το βλέμμα της χανόταν, σαν να ξαναζούσε εκείνες τις δύσκολες ημέρες. Ετσι ήταν και όταν ανέφερε την Αννα Φρανκ. «Τον Οκτώβρη του ’44 έφεραν από το Αουσβιτς μια ομάδα από γυναίκες. Ηταν η Αννα Φρανκ, η αδερφή της και η μέλλουσα πεθερά μου». Η Αννα Φρανκ πέθανε στο Μπέργκεν – Μπέλσεν τους πρώτους μήνες του 1945. Οπως περιγράφει, αρρώστιες όπως ο τύφος και η φυματίωση θέριζαν τους κρατουμένους – και την ίδια που αρρώστησε με ιλαρά. Υπολογίζεται ότι στο στρατόπεδο έχασαν τη ζωή τους περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι.

Τον Απρίλιο του 1945 τους φόρτωσαν και πάλι σε ένα τρένο. «Εμείς πιστεύαμε ότι μας πηγαίνανε σε άλλο στρατόπεδο. Υστερα από πολλά χρόνια μάθαμε ότι είχαν σκοπό να μας πνίξουν στη λίμνη του Μαγδεμβούργου». Τελικά δεν συνέβη γιατί ο οδηγός δεν υπάκουσε. Ετσι, οι Γερμανοί έφυγαν και τους άφησαν εκεί. Λίγες ημέρες αργότερα, τους βρήκε η 30ή Μεραρχία του αμερικανικού στρατού.
Η απελευθέρωση
Οι Αμερικανοί οδήγησαν την οικογένεια και άλλους Εβραίους στο χωριό του Φαρσλέμπεν. Εκεί έμειναν για ένα βράδυ σε σπίτι Γερμανών. Τους πρόσφεραν ζεστό νερό, κρεβάτια και φαγητό. Πριν φύγουν, η μητέρα της Λ. Αντζελ παρατήρησε κάτι: το ξίφος του Γερμανού, που ήταν αξιωματικός στον στρατό. «Του είπε στα γαλλικά η μαμά μου “οι νικητές παίρνουν τα όπλα των νικημένων“», θυμάται. Σήμερα αυτό το ξίφος κοσμεί το σαλόνι του διαμερίσματος στα Πατήσια, σε μια γυάλινη θήκη, κάτω από την τηλεόραση.

Αφού περιπλανήθηκε σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης, η οικογένεια, στις 11 Σεπτεμβρίου του 1945, γύρισε στην Ελλάδα. «Αρρωστοι, χωρίς σπίτι, χωρίς χρήματα, χωρίς τίποτα». Επειτα από μερικούς μήνες, μπόρεσαν και επέστρεψαν στο σπίτι όπου έμεναν πριν από την Κατοχή. «Κάτσαμε οι τρεις μας ελεύθεροι πια και φάγαμε το πραγματικό φαΐ της ελευθερίας».
«Η Ιστορία επαναλαμβάνεται»
Από τότε έχουν περάσει πάνω από 80 χρόνια. Δυστυχώς όμως ο πόλεμος έχει επιστρέψει και πάλι στην επικαιρότητα. Η Λόλα Χασσίδ Αντζελ θεωρεί τον εαυτό της ρομαντικό. «Εγώ έκανα μεγάλη οικογένεια, τον νίκησα τον Χίτλερ. […] Θέλω να διδάξω στους νέους να είναι κατά των πολέμων, ανεξάρτητα από το ποιος τους κάνει», λέει και προσθέτει πως οι λαοί πρέπει να καταλάβουν ότι οι πόλεμοι είναι εις βάρος τους και δεν έχουν τίποτα να μοιράσουν μεταξύ τους. «Ολα γίνονται για τη δόξα και το κέρδος των μεγάλων ηγετών. Αυτοί μας βάζουν σε μπελάδες», καταλήγει.







