Στο Ισραήλ γνωρίζεις κόσμο συνεχώς. Μπαίνεις σε ένα κατάστημα ή μια καφετέρια και η λέξη «Ελλάδα» ανοίγει πόρτες όσο λίγες άλλες λέξεις. Αν είσαι εσωστρεφής, μαθαίνεις γρήγορα να μην είσαι, γιατί κάποιος θα σου πιάσει κουβέντα από το «καλημέρα».

Οι Αραβες είναι πιο συγκρατημένοι στην αρχή, αλλά αν δουν ότι είσαι ΟΚ, όπως ο περιπτεράς κάτω από το σπίτι μου στην Καρμέλ στο Τελ Αβίβ ή οι τύποι στην καφετέρια της παλιάς μου γειτονιάς, γίνονται σχεδόν εξίσου διαχυτικοί.

Κοινή αφετηρία όλων, έστω και ανομολόγητη, η ίδια απορία: τι δουλειά έχει ένας παλαβός ξένος – από τους πολλούς, σημειώστε – στο Τελ Αβίβ εν μέσω πολέμου, όπου, ναι, η ζωή συνεχίζεται περίπου σαν να μη συμβαίνει τίποτα, αλλά αναλόγως μπορεί και να διακοπεί απότομα; Ρητορικό το ερώτημα, ναι.

Εμπειρίες μετά «μουσικής»

Τις πιο ενδιαφέρουσες γνωριμίες εδώ τις κάνεις στα καταφύγια. Δεν είναι τόσο μονοδιάστατο όσο ακούγεται, όχι. Κάθε άλλο. Αναλόγως του σημείου όπου βρίσκεσαι, της ώρας, του είδους του καταφυγίου, ιδιωτικό ή δημόσιο, όλα ανοίγουν για όλους, το καταφύγιο είναι μια καινούργια εμπειρία. Συνήθως μετά «μουσικής» συνοδείας, των πυραύλων που εκρήγνυνται όταν αναχαιτίζονται. Οσο πιο κοντά τόσο λιγότερο δημοφιλές το είδος της «μουσικής».

Τα βράδια συνήθως καταλήγεις στο καταφύγιο μαζί με την μπίρα ή το κρασί που έπινες στο μπαρ λίγο πιο πριν. Εάν κάποιος μάλιστα βάλει ένα τραγούδι στο κινητό, τότε οι περισσότεροι μπορεί να αρχίσουν να τραγουδούν ή και να χορεύουν

Αλλά ναι. Το καταφύγιο της απέναντι από το σπίτι μου πολυκατοικίας, όπου εννοείται ότι λόγω αυτού ξέρουμε ο ένας τον (κάθε) άλλον στη γειτονιά, τα ονόματα των παιδιών του και των σκυλιών του επίσης που είναι κάποτε περισσότερα από εμάς, και τα παιδιά αλλά κυρίως τα σκυλιά, είναι διαφορετικό από το καταφύγιο λ.χ. λίγο πιο κάτω από το καλύτερο (ίσως) γαλλικό αρτοποιείο – ζαχαροπλαστείο, στο ισόγειο του Γαλλικού Πολιτιστικού Κέντρου.

Αναλόγως, το καταφύγιο ενός σχολείου στο οποίο βρέθηκα χθες το μεσημέρι είναι ένας άλλος κόσμος από εκείνο δίπλα από το Χρηματιστήριο του Τελ Αβίβ, το οποίο μαζεύει ως επί το πλείστον το ανάλογο κοινό το οποίο είχε βγει για καφέ σε μία από τις αμέτρητες επιλογές εκεί.

Τις μεταμεσονύχτιες ώρες ο κόσμος είναι κουρασμένος, ειδικά εάν οι μουλάδες μάς έχουν σηκώσει από το κρεβάτι δυο τρεις φορές, που πλέον δεν συμβαίνει και τόσο συχνά. Ομως το καταφύγιο λειτουργεί αγχολυτικά. Μπαίνουν όλοι με ένα βαριεστημένο ύφος και σε λίγο κάποιος θα κάνει ένα αστείο για την κατάσταση, το κλίμα θα χαλαρώσει και ο κόσμος θα γελάει, θα παίζει με το σκυλί κάποιου ή θα μιλάει με το παιδί του.

Η καλύτερη ώρα για… βομβαρδισμό

Η… αγαπημένη μου δε ώρα βομβαρδισμού είναι το βράδυ, πριν από τα μεσάνυχτα όμως, όταν συνήθως καταλήγεις εκεί με την μπίρα ή το κρασί που έπινες στο μπαρ λίγο πιο κάτω. Είναι αυτονόητο πως ό,τι έτρωγες ή έπινες μπορείς να το πάρεις μαζί σου. Ετσι βρέθηκα και εγώ να εξηγώ στην κοπέλα δίπλα μου στο καταφύγιο τις προάλλες πόσο ωραία είναι η Singha, η ταϊλανδέζικη μπίρα που κρατούσα, και πόσο μου θυμίζει την ΚΕΟ της Κύπρου, καθώς έτρωγα το τελευταίο spring roll στο πιατάκι. Εάν η έκρηξη ακούστηκε πριν ή μετά, δεν το θυμάμαι.

Τέτοιες ώρες ο κόσμος είναι χαλαρός. Εάν κάποιος βάλει ένα τραγούδι στο κινητό, αρχίζουν όλοι να τραγουδούν ή και να χορεύουν, αυτό στα μεγάλα καταφύγια λόγω χώρου. Ολοι; ΟΚ, υπερβολή. Οι πλείστοι όμως. Τις ώρες εκείνες το καταφύγιο γίνεται προέκταση της διασκέδασης στο μπαρ παρακάτω, το οποίο φυσικά και λειτουργεί.

«Λ’ χάιμ!» είναι η φράση που ακούς περισσότερο, που πάει να πει «Στη ζωή!», το αντίστοιχο του «Γεια μας!». Δεν είναι τυχαίο που υπάρχει στις εβραϊκές Γραφές, τη μετέπειτα Παλαιά Διαθήκη των χριστιανών, εκείνο το μνημειώδες «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν». Ας φάμε και ας πιούμε γιατί αύριο πεθαίνουμε.

Κούφια να είναι η ώρα, αλλά αν το καλοσκεφτείς είναι κι αυτό ένα καταφύγιο από μόνο του. Ακόμη πιο ελκυστικό ύστερα από δυο τρία ποτηράκια. Λ΄ χάιμ, λοιπόν.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.