«Ευτυχώς δεν είμαι ο Σάντσεθ», είπε στην πιο πρόσφατη συνέντευξή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για να απαντήσει στα θερμά λόγια που ακούγονται για τον ισπανό πρωθυπουργό από την ελληνική Κεντροαριστερά – και όντως, δεν υπάρχει σχεδόν κανένα πρόσωπο σε ολόκληρο τον προοδευτικό χώρο που θα έλεγε κάτι παρόμοιο. Για την ακρίβεια, η θετική ανταπόκριση ήταν τέτοια, που στάθηκε η αφορμή ακόμα και για τη διαγραφή του Οδυσσέα Κωνσταντινόπουλου από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ, γιατί θεωρήθηκε πως η δήλωσή του (που δεν τον επέκρινε, απλώς υπενθύμιζε την ειδική εξοπλιστική σχέση μεταξύ Ισπανίας και Τουρκίας) «θόλωνε το μήνυμα» του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Είναι, όμως, η ανάγκη καθαρής διαχωριστικής γραμμής με την κυβερνητική πολιτική ο μόνος λόγος για τον οποίο ο Σάντσεθ τραβάει τους έλληνες κεντροαριστερούς; Το κύμα συμπάθειας προς το πρόσωπό του τις τελευταίες μέρες, όχι αποκλειστικά από τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, αλλά και από αυτά της Αριστεράς, επιβεβαιώνουν πως αυτή είναι μόνο η πρώτη ανάγνωση – υπάρχει κάτι βαθύτερο που του αναγνωρίζουν, μια ανάγκη τους που η παρουσία του και ο συμβολισμός όσων λέει ο Σάντσεθ εκπροσωπεί.

Η υπενθύμιση της αυτοπεποίθησης

Αν κανείς σκεφτεί τη διαχείριση που γίνεται από την Ευρωπαϊκή Ενωση για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τις κινήσεις που έχουν γίνει για την αμυντική θωράκιση της Κύπρου, που αυτή τη στιγμή έχει στη διάθεσή της στην ευρύτερη περιοχή όχι μόνο τις δύο ελληνικές φρεγάτες, αλλά παράλληλα μία ισπανική και μία γαλλική, θα διαπιστώσει πως οι θέσεις των Ευρωπαίων δεν είναι και τόσο μακριά η μία από την άλλη – αυτό που αλλάζει (εκτός από την άρνηση χρήσης βάσεων, που έτσι κι αλλιώς είναι πιο μακριά γεωγραφικά) είναι η ρητορική.

Οταν ο Ντόναλντ Τραμπ άκουσε τον Σάντσεθ να λέει πως «δεν πρόκειται να γίνουμε συνένοχοι σε κάτι που είναι κακό για τον κόσμο, ούτε αντίθετο προς τις αξίες και τα συμφέροντά μας, απλώς και μόνο για να αποφύγουμε τα αντίποινα από κάποιον», επιμένοντας στη θέση «όχι στον πόλεμο» μετά την απειλή για πολεμικό εμπάργκο, κατάλαβε πως το βασικό πρόβλημά του δεν είναι ο ανεφοδιασμός, αλλά το γεγονός πως υπάρχει ένας ευρωπαίος πρωθυπουργός που παίζει για δεύτερη φορά ένα πολιτικό χαρτί εναντίον του, δημιουργώντας συγκρουσιακό ιδεολογικό δίπολο. Είχε προηγηθεί η άρνηση του Σάντσεθ να αυξήσει τον προϋπολογισμό για τις αμυντικές δαπάνες στο 5%, ζητώντας την εξαίρεση της Ισπανίας από την απαίτηση του ΝΑΤΟ.

Αυτές οι κινήσεις στην Ελλάδα εγείρουν αντανακλαστικά, γιατί ο Σάντσεθ θυμίζει τις περιόδους που οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες δεν βούλιαζαν υπό το βάρος της διαχείρισης της λιτότητας και δεν δίσταζαν να γίνουν δυσάρεστοι στους εταίρους τους, είτε διεκδικώντας περισσότερα για τη χώρα τους είτε υπερασπιζόμενοι τις αρχές τους – και υπήρξαν φορές που πρωταγωνιστές αυτής της στάσης ήταν Ελληνες, δημιουργώντας την αίσθηση πως η γεωπολιτική παρεμβατικότητα της χώρας ήταν μεγαλύτερη από τη στρατιωτική της δυναμική.

Τα παραδείγματα, καθόλου τυχαίως, αφορούν και τους τρεις πρωθυπουργούς της Μεταπολίτευσης που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ: η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που περιέγραφε ο Ανδρέας Παπανδρέου εφαρμόστηκε στην πράξη – και ως πρωθυπουργός, όταν για παράδειγμα υποδέχτηκε τον Γιασέρ Αραφάτ στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 1984 ή όταν έστειλε τον ΥΠΕΞ Κάρολο Παπούλια στη Σόφια στην κρίση του «Σισμίκ» το 1987, και ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου, όταν ζήτησε η Ελλάδα «να μην εμπλακεί σε ιμπεριαλιστικές περιπέτειες». Αρκετά χρόνια μετά, σε τρεις περιπτώσεις, με πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη και υπουργό Εξωτερικών τον Γιώργο Παπανδρέου, η Ελλάδα κινήθηκε εντός του πλαισίου, αλλά με διπλωματική στρατηγική ειρήνης στην περίπτωση του Κοσόβου, του Αφγανιστάν, αλλά κυρίως του Ιράκ, που συνέπεσε με το εξάμηνο της ελληνικής προεδρίας στην ΕΕ.

Η σκληρή γραμμή

Ο Σάντσεθ, όμως, είναι ελκυστικός και πέρα από τον ρόλο που διεκδικεί για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής: δίνει ξεκάθαρο στίγμα για την ιδεολογική τοποθέτηση των σοσιαλδημοκρατών, καταφέρνοντας αυτό που ακόμα παλεύει το ΠΑΣΟΚ – να παραμείνει ο ηγεμονικός πόλος στον προοδευτικό χώρο.

Το 2019, ο Σάντσεθ εξέδωσε την αυτοβιογραφία του, με τίτλο «To Μάνιουαλ της Αντίστασης», ένα βιβλίο που περιγράφηκε ως μια ιστορία πολιτικής αντοχής και ανθεκτικότητας, από έναν πολιτικό που επέμεινε στην αντιδημοφιλή θέση πως το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) δεν πρέπει να συνεργαστεί ούτε να δώσει ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος – και το έκανε το 2016, την περίοδο που το PSOE ζούσε ακόμα τις συνέπειες της διαχείρισης των μέτρων απέναντι στην οικονομική κρίση, που χτύπησε σχεδόν όλες τις χώρες του Νότου.

Τότε ο Σάντσεθ παραλίγο να διαγραφεί από το κόμμα του, όμως ο ίδιος επέμεινε, παραιτήθηκε από τη θέση του και ξαναέβαλε υποψηφιότητα για πρόεδρος. Κερδίζοντας και πάλι, κατάφερε να ρίξει την κυβέρνηση Ραχόι με πρόταση μομφής και έγινε πρωθυπουργός συνεργαζόμενος με τους Podemos – επί της ουσίας αφομοιώνοντας το κόμμα που πριν από δέκα χρόνια υπήρξε η μεγαλύτερη απειλή για την παράταξή του. Και αν αυτό δεν είναι όνειρο, έστω και καθυστερημένο, τι είναι;

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.