Αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι δημοτικές εκλογές που διεξάγονται αυτή και την επόμενη Κυριακή, σε δύο γύρους, στη Γαλλία θα μπορούσαν να είναι οι τελευταίες γαλλικές εκλογές με τη Μαρίν Λεπέν μεταξύ των πρωταγωνιστών.

Γιατί στις 7 Ιουλίου αναμένεται να εκδώσουν την απόφασή τους οι εφέτες που έκριναν σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση υπεξαίρεσης ευρωπαϊκών κεφαλαίων με κατηγορούμενη τη Λεπέν και 11 ακόμα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του κόμματός της. Και μπορεί οι εισαγγελείς να εισηγήθηκαν μια αλλαγή στην πρωτόδικη ποινή της – να μην είναι άμεσα εκτελεστή η πενταετής στέρηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι –, αλλά αφενός οι δικαστές μπορεί να έχουν άλλη άποψη, αφετέρου και πιθανότερο, μπορεί η ηγέτιδα της Ακροδεξιάς να αποφασίσει, με λίγη ενθάρρυνση και από τις δημοσκοπήσεις, πως είναι ώρα να κάνει στην άκρη και να αφήσει τον νεαρό και φωτογενή υπαρχηγό της, τον Ζορντάν Μπαρντελά, να διεκδικήσει του χρόνου την προεδρία της χώρας, χωρίς τα βαρίδια του ονόματός της.

Ολα αυτά, βέβαια, μένει να φανούν. Προς το παρόν, η Εθνική Συσπείρωση (RN) παλεύει να κατακτήσει όσο το δυνατόν περισσότερους δήμους, ολοκληρώνοντας την αποδαιμονοποίηση, αν όχι την κανονικοποίησή της.

Το κόμμα εξασφάλισε 31,37% των ψήφων στις τελευταίες ευρωεκλογές, τον Μάιο του 2024. Και ένα 33,2% στον πρώτο γύρο των πρόωρων κοινοβουλευτικών εκλογών που ακολούθησαν. Διαθέτει σήμερα στη Γαλλική Εθνοσυνέλευση 122 βουλευτές, είναι το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης. Ελέγχει ωστόσο από το 2020, οπότε έγιναν οι τελευταίες δημοτικές εκλογές, μόλις 13 δήμους, ανάμεσά τους μόνο ένας με πληθυσμό μεγαλύτερο των 100.000 κατοίκων, το Περπινιάν.

Αυτό που η «Le Monde» χαρακτηρίζει «έλλειψη τοπικής νομιμοποίησης» έχει φυσικά μια εξήγηση. Από τότε που ιδρύθηκε, το 1972, το κόμμα, που τότε λεγόταν Εθνικό Μέτωπο (FN) και πλέον λέγεται Εθνική Συσπείρωση, υπηρετούσε κυρίως τις φιλοδοξίες ενός ανθρώπου, του Ζαν-Μαρί Λεπέν. Για εκείνον, οι μόνες εκλογές που είχαν σημασία ήταν οι προεδρικές.

Για πολλές δεκαετίες, η αδιαφορία για την τοπική παρουσία του FN δεν επέτρεπε απλά στον πατήρ Λεπέν να συγκεντρώνει όλους τους οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους γύρω από το πρόσωπό του, μείωνε επίσης τον κίνδυνο εμφάνισης τοπικών «βαρόνων» οι οποίοι θα μπορούσαν να απειλήσουν την εξουσία του στο κόμμα και την ιδεολογική του γραμμή.

Χρειάστηκε να φτάσει το 1995 για να κατακτήσει το FN τους πρώτους του δήμους, και οι τρεις στη Νοτιοανατολική Γαλλία: την Τουλόν, το Οράνζ και το Μαρινιάν. Δύο χρόνια αργότερα, έπειτα από επαναληπτικές εκλογές, θα προσθέσει στη λίστα του και το Βιτρόλ. Με εξαίρεση όμως το Οράνζ, τα τρία άλλα «εργαστήρια» του κόμματος απέτυχαν γρήγορα, αποκαλύπτοντας τον ερασιτεχνισμό, τον ριζοσπαστισμό και τη «χαλαρή» του σχέση με νόμο.

Η αποτυχία αυτών των πρώτων διοικήσεων έβαλε φρένο στην αναπτυσσόμενη τοπική δυναμική του FN, κόντρα στον πολιτικό σεισμό που προκάλεσε η πρόκριση του Λεπέν στον δεύτερο προεδρικό γύρο του 2002. Εχοντας προτείνει 407 υποψηφίους στις δημοτικές εκλογές του 1995, το κόμμα περιορίστηκε σε 144 λίστες το 2001 και 72 το 2008 σε πόλεις με περισσότερους από 10.000 κατοίκους.

Αναλαμβάνοντας βέβαια, το 2011, τα ηνία του κόμματος, η Μαρίν Λεπέν άλλαξε ρότα, και εθνικά και τοπικά, καθιστώντας την τοπική εδραίωση του κόμματος ακρογωνιαίο λίθο της εκστρατείας αποδαιμονοποίησής του. Παρ’ όλα αυτά, στις τελευταίες δημοτικές εκλογές, που έγιναν εν μέσω πανδημίας του COVID-19 και σημείωσαν ρεκόρ αποχής, η Εθνική Συσπείρωση έχασε ένα 40% των δημοτικών συμβούλων της, πέφτοντας στους 827 από τους 1.438. Η κατάκτηση του Περπινιάν ήταν μια μικρή – μόνο – παρηγοριά. Και τώρα;

Ο Μπαρντελά διαβεβαιώνει πως το κόμμα ελπίζει να κατακτήσει «δεκάδες πόλεις». H RN κατεβάζει 650 υποψηφίους, ανάμεσά τους και 33 βουλευτές της – περισσότερους από ποτέ, αλλά και πάλι λίγους για κόμμα με βλέψεις για το Ελιζέ.

Από τους 34 δήμους με περισσότερους από 100.000 κατοίκους που διεκδικεί, μεγάλο μέρος των ελπίδων της στηρίζεται στους τρεις που είχαν ψηφίσει με ποσοστό άνω του 32% τη λίστα του Μπαρντελά στις ευρωεκλογές του 2024: το Περπινιάν, ήδη υπό τον έλεγχο των λεπενιστών με τον Λουί Αλιό, την Τουλόν, όπου η βουλευτής Λορ Λαβαλέτ σκοπεύει να εκμεταλλευτεί τη διάσπαση της Δεξιάς ώστε να ξεχαστεί η αποτυχία της πρώτης προσπάθειας του FN (1995-2001) να εδραιωθεί στην πόλη, και τη Νίκαια, όπου ο σύμμαχος της RN, Ερίκ Σιοτί, κονταροχτυπιέται με τον δεξιό πρώην μέντορά του Κριστιάν Εστροζί. Η κατάκτηση αυτών των δήμων θα αρκούσε προκειμένου να μιλήσει γενικότερα η RN για νίκη. Στη Νιμ και κυρίως τη Μασσαλία το κόμμα δεν περιμένει να επικρατήσει, περισσότερο θέλει να διαταράξει τη μονομαχία μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς.

Φτάσαμε όμως στο τέλος και δεν είπαμε το πιο σημαντικό: για τελευταία, εκτός απροόπτου, φορά πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2027, οι εκλογές αυτές, και ιδίως το διάστημα μεταξύ πρώτου και δεύτερου γύρου, θα αποκαλύψουν αν το περίφημο «ρεπουμπλικανικό μέτωπο», η ανεπίσημη συμμαχία που σχημάτιζαν τόσα χρόνια τα κόμματα του επονομαζόμενου δημοκρατικού τόξου κάθε φορά (ή περίπου…) που έπρεπε να φράξουν τον δρόμο στην Ακροδεξιά, είναι ακόμα ζωντανό και σε τι βαθμό. Από αυτό θα κριθούν όλα. Και ούτε ο αλληλοσπαραγμός στους κόλπους της Αριστεράς ούτε τα «μυστικά σύμφωνα» μεταξύ Δεξιάς και Ακροδεξιάς που καταγγέλλουν οι Σοσιαλιστές αποτελούν καλούς οιωνούς.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Πώς δολοφόνησαν ΗΠΑ και Ισραήλ τον Χαμενεΐ