Δύο δεκαετίες μετά την επιτυχία της ταινίας «Ο Διάβολος φοράει Prada» και παραμονές της προβολής της συνέχειας της ταινίας, «Ο Διάβολος φοράει Prada 2» η συγγραφέας του ομώνυμου μπεστ σέλερ Λόρεν Γουάισμπεργκερ μιλάει στους λονδρέζικους «Times» για τραύματα και επιτυχίες από την εμπειρία της θητείας της στην αμερικανική «Vogue».

Σήμερα είναι 48 ετών, συγγραφέας οκτώ μυθιστορημάτων, ζει στο Κονέκτικατ με τον σύζυγό της και τα δύο παιδιά της, ενώ το πρώτο της βιβλίο που έγινε κλασική ταινία για τον κόσμο της μόδας έχει πουλήσει σε όλον τον κόσμο 13 εκατομμύρια αντίτυπα. Το ότι η ταινία έχει συνέχεια τής είναι απίστευτο, λέει η συγγραφέας στους «Times». «Από πολλές απόψεις ακόμα νιώθω σαν την Αντι. Η δουλειά μου στη “Vogue” ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής μου. Ηταν μόνο έναν χρόνο, αλλά προφανώς όλα όσα προέκυψαν από αυτό άλλαξαν την πορεία της ζωής μου. Και η Αντι είμαι εγώ! Ακόμα ταυτίζομαι με εκείνο το νεαρό κορίτσι, το ψάρι έξω από το νερό, τη μεγάλη πόλη, τα έκπληκτα μάτια».

Η Λόρεν Γουάισμπεργκερ στα 22 της έφτασε στη Νέα Υόρκη του 1999 αφήνοντας την Πενσιλβάνια με τη φιλοδοξία να εργαστεί σε κάποιο περιοδικό κύρους. Για δύο εβδομάδες κοιμήθηκε στον καναπέ κάποιου φίλου, συμπλήρωσε δεκάδες αιτήσεις και πήρε τη δουλειά στη «Vogue» «ακριβώς όπως στο βιβλίο. Η Condé Nast με κάλεσε για συνέντευξη, χωρίς να μου πουν σε ποιο περιοδικό ή σε ποια θέση. Πρώτα έκανα συνέντευξη με την υπεύθυνη ανθρώπινου δυναμικού και μου είπε ότι η θέση ήταν στη «Vogue». Εγώ απάντησα: “Ωραία, αλλά ίσως δεν είναι αυτό που ψάχνω”. Και εκείνη μου είπε: “Δεν μας ενδιαφέρει τι ψάχνεις. Προχώρα!”».

Και έτσι βρέθηκε στο κομψό γραφείο της φοβιστικής Αννα Γουίντουρ, διευθύντριας του γυναικείου περιοδικού. «Δεν ήξερα σε τι έμπαινα, και αυτό πιθανώς είχε να κάνει με το γεγονός ότι τελικά πήρα τη δουλειά. Δεν ήξερα αρκετά για να είμαι άναυδη και τρομοκρατημένη… Πραγματικά, μόνο όταν άρχισα να δουλεύω σκέφτηκα: “Πού στο καλό βρίσκομαι;”».

«Αίσθημα ανεπάρκειας»

Το περιβάλλον εργασίας θα πει η συγγραφέας στη συνέντευξή της έβγαζε «ένα βαθύ αίσθημα ανεπάρκειας» και σχολιάζοντας τον κανόνα της λεπτής σιλουέτας παρατηρεί: «Ηταν ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της κουλτούρας και της αίσθησης που είχες όταν δούλευες εκεί. Δεν θυμάμαι καμία που να δούλευε εκεί και να μην ήταν ψηλή, εξαιρετικά λεπτή και ελκυστική. Αυτή ήταν η κοπέλα της “Vogue”. Τότε το περιοδικό έμοιαζε με σχολείο καλών τρόπων, όπου μερικές από τις κοπέλες προέρχονταν από τα σωστά κολέγια και τις σωστές οικογένειες και ήταν κοινωνικά πολύ καλά δικτυωμένες. Οι υπόλοιπες ήθελαν να γίνουν μέρος αυτού του συνόλου». Η Γουάισμπεργκερ λέει ότι ανάμεσά τους «ένιωθα σαν εξωγήινη».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.