Τρία χρόνια μετά το δυστύχημα στα Τέμπη, η υπόθεση παραμένει κάτι πολύ περισσότερο από μια δικαστική εκκρεμότητα. Δεν αφορά μόνο το παρελθόν· αφορά την ικανότητα ενός κράτους, των θεσμών και των μηχανισμών του να εξηγήσουν τι συνέβη, να αποδώσουν ευθύνες και – κυρίως – να αποτρέψουν την επανάληψη.
Τα πορίσματα και οι πραγματογνωμοσύνες δεν λειτουργούν πια μόνο ως τεχνικά κείμενα. Λειτουργούν ως κρίκοι εμπιστοσύνης. Και όταν οι κρίκοι δεν κουμπώνουν, το κενό γεμίζει με καχυποψία. Ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ καταλήγει ότι η σύγκρουση δεν ήταν «μια κακή στιγμή», αλλά αποτέλεσμα συστημικών αποτυχιών. Με απλά λόγια, το σύστημα βασίστηκε υπερβολικά στον άνθρωπο για να καλύψει ό,τι θα έπρεπε να αποτρέπουν αυτοματισμοί και διαδικασίες.
Τα αναπάντητα ερωτήματα, όμως, προκύπτουν κυρίως από ένα βαθύτερο ζήτημα: την εμπιστοσύνη στην ίδια την αποδεικτική διαδικασία. Οταν ο τόπος έχει αλλοιωθεί, όταν η εικόνα και ο ήχος αμφισβητούνται και όταν η διερεύνηση επιστρέφει χρόνια μετά σε εκταφές, η αλήθεια δεν αποδεικνύεται εύκολα – ανακατασκευάζεται. Η ουσία βρίσκεται στο «μετά».
Το δυστύχημα των Τεμπών δεν θα κλείσει όταν κλείσει ένας φάκελος. Θα κλείσει όταν η χώρα μπορέσει να δείξει, με μετρήσιμα δεδομένα, ότι οι δικλίδες ασφαλείας λειτουργούν. Γιατί η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται όταν εξηγείς ένα δυστύχημα, αλλά όταν αποδεικνύεις ότι δεν θα επαναληφθεί.
Αλλοίωση του χώρου
Η διερεύνηση συνάντησε έντονη κοινωνική ένταση στον τρόπο διαχείρισης του τόπου της τραγωδίας. Η ταχεία απομάκρυνση υλικών και σορών και η αποκατάσταση της γραμμής – κοινώς το μπάζωμα – οδήγησε στο να χαθούν (σκοπίμως άραγε;) κρίσιμα ίχνη προτού ολοκληρωθεί η συλλογή τους. Σε μια τεχνική διερεύνηση, όμως, ο χώρος αποτελεί βασικό αποδεικτικό στοιχείο: η θέση των συντριμμιών, η παραμόρφωση των μετάλλων και η θερμική επίδραση στις επιφάνειες προσφέρουν δεδομένα που δεν μπορούν να αναπαραχθούν αργότερα.
Οταν ο χώρος αλλοιώνεται, η έρευνα μετατρέπεται σε ανακατασκευή. Από εκεί και πέρα, ακόμη και τεκμηριωμένες εκδοχές αντιμετωπίζονται με δυσπιστία. Χωρίς πλήρη αλυσίδα φύλαξης στοιχείων, χωρίς πλήρη πρόσβαση στα πρωτογενή δεδομένα και με αλλοιωμένο χώρο, οποιοδήποτε τεχνικό συμπέρασμα θα παραμένει αμφισβητούμενο.
Η πυρόσφαιρα
Στο θέμα της φωτιάς – της πυρόσφαιρας, όπως κυριάρχησε – η δημόσια συζήτηση πολώθηκε περισσότερο από κάθε άλλο σημείο. Από τη μία πλευρά, διατυπώθηκε η υπόθεση ύπαρξης άγνωστου καυσίμου, κυρίως ξυλολίου. Από την άλλη, η πιθανότητα τεχνικά υλικά – όπως τα έλαια σιλικόνης— να μπορούν υπό ακραίες συνθήκες να προκαλέσουν το φαινόμενο. Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ αναγνώρισε ότι η αιτία της πυρόσφαιρας δεν μπορεί να τεκμηριωθεί πλήρως, επισημαίνοντας και τα προβλήματα συλλογής στοιχείων. Η πραγματογνωμοσύνη του καθηγητή Δημήτρη Καρώνη εισάγει διαφορετικό επίπεδο: δεν περιγράφει τι συνέβη, αλλά τι είναι φυσικά δυνατό. Υπό ισχυρό ηλεκτρικό τόξο και υψηλά θερμικά φορτία, ο σχηματισμός πύρινης σφαίρας μπορεί να προκύψει.
Το κρίσιμο εδώ είναι η διατύπωση «υπό συνθήκες». Ομως, οικογένειες και κοινή γνώμη ζητούν βεβαιότητες, ενώ η επιστήμη λειτουργεί με πιθανότητες και μοντέλα.
Ηχητικά και βίντεο
Οι διάλογοι που δημοσιοποιήθηκαν αμέσως μετά το δυστύχημα διαμόρφωσαν την αρχική εικόνα ότι η τραγωδία οφειλόταν κυρίως σε ανθρώπινο λάθος. Αργότερα, όμως, τέθηκε ζήτημα διάκρισης ανάμεσα σε αυτό το υλικό και στο πλήρες αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας, δημιουργώντας αμφιβολίες για την πρώτη ερμηνεία, ακόμη και για ύπαρξη «μονταζιέρας».
Αν τα ηχητικά έθεσαν το πλαίσιο, τα βίντεο άνοιξαν βαθύτερη σύγκρουση: όχι μόνο για το τι δείχνουν, αλλά για το αν είναι αξιόπιστα. Βιντεοληπτικό υλικό της εμπορικής αμαξοστοιχίας παραδόθηκε μεταγενέστερα στον ανακριτή μέσω εταιρείας ιδιωτικής ασφάλειας. Η Δικαιοσύνη διέταξε πραγματογνωμοσύνη για την αυθεντικότητά του και κατασχέθηκαν καταγραφικά συστήματα, ενώ διατυπώθηκαν ισχυρισμοί για διαγραφές αρχείων.
«Αγκάθι» οι εκταφές
Το σίριαλ συνεχίζεται, σε ένα θέμα εξαιρετικά ευαίσθητο. Η εισαγγελέας Πρωτοδικών Λάρισας είχε διατάξει την εκταφή εννέα θυμάτων με ασφυκτική προθεσμία, ώστε να ξεκινήσουν άμεσα νέες τοξικολογικές, βιοχημικές και γενετικές αναλύσεις. Υστερα από αυτό, οι Αρχές προχώρησαν στον καθορισμό ημερομηνιών για εκταφές θυμάτων, με τις δύο πρώτες να προγραμματίζονται για σήμερα Σάββατο και δύο ακόμη να ακολουθούν – μία στις 25 Φεβρουαρίου και μία στις 3 Μαρτίου.
Ωστόσο, μετά και το εξώδικο των οικογενειών, η διαδικασία ακυρώθηκε και το επόμενο βήμα
είναι άγνωστο. Το σίγουρο είναι πως αν και τα αιτήματα είχαν εγκριθεί μήνες πριν, η διαδικασία δεν ξεκίνησε, καθώς στην Ελλάδα φαίνεται να μην υπάρχουν εξειδικευμένα εργαστήρια. Οι οικογένειες φοβούνται ότι τελικώς δεν θα γίνουν οι χημικές αναλύσεις που θα φωτίσουν τις συνθήκες και τα αίτια του θανάτου, ενώ πανεπιστήμια δηλώνουν αδυναμία να αναλάβουν το σύνολο των ελέγχων. Ετσι, τεχνικοί σύμβουλοι και συγγενείς θεωρούν ότι η διαδικασία κινδυνεύει να αποδειχθεί τυπική. Σημειώνεται πως οι εξελίξεις έρχονται λίγο πριν από την έναρξη της κύριας δίκης για το σιδηροδρομικό δυστύχημα, στις 23 Μαρτίου στη Λάρισα.






