Τρεις είναι οι «φυλές» που κυριαρχούν στους στενούς διαδρόμους του Αυτόφωρου Μονομελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας. Πρώτα είναι οι καλοντυμένοι και περιποιημένοι δικηγόροι – κρατούν χαρτοφύλακες και φακέλους, φορούν ακριβά ρολόγια και γραβάτες ή τακούνια και μέικ απ και μιλούν σιγανά με τους πελάτες τους. Επειτα είναι οι «πελάτες» – συνήθως μικροαπατεώνες που με το ένα πόδι πατούν στη νομιμότητα και με το άλλο στην παρανομία ή άνθρωποι της διπλανής πόρτας που βρέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου για ήσσονος σημασίας υποθέσεις. Και τέλος οι αστυνομικοί – οι περισσότεροι είναι με πολιτικά ρούχα και κουβαλούν στρατιωτικά σακίδια ή τσαντάκια. Στο Κτίριο 2 της πρώην Σχολής Ευελπίδων, οι τρεις αυτές κατηγορίες (μαζί με δικαστές, εισαγγελείς και γραμματείς) συναντώνται και δημιουργούν ένα δικό τους σύμπαν, έναν μικρόκοσμο όπου το σοβαρό μπερδεύεται με το χαλαρό και το δραματικό με το κωμικό.
Χειροπέδες και κοστούμια
Στις μικρές αίθουσες όπου δικάζονται τα Αυτόφωρα στριμώχνονται εκπρόσωποι όλων των παραπάνω «φυλών». Κάποιοι καθιστοί στις λιγοστές φθαρμένες ξύλινες καρέκλες στο ακροατήριο και στις θέσεις των δικηγόρων και οι υπόλοιποι όρθιοι περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δύσκολο να καταλάβεις το who is who – σε ποια «φυλή» ανήκει ο καθένας από τους παρευρισκομένους. Εκεί, μέσα σε βρώμικα πατώματα και λερωμένους και ραγισμένους τοίχους, η απόδοση της δικαιοσύνης μπορεί να είναι ζήτημα μερικών μόνο λεπτών, με τις αποφάσεις και τις εξελίξεις των υποθέσεων να σημειώνονται χειρόγραφα με μπλε στιλό σε χαρτιά και φακέλους που αλλάζουν χέρια αστραπιαία. Στους διαδρόμους, ανάμεσα σε κοστούμια και ακριβά παπούτσια, ξεπροβάλλουν ανά διαστήματα χειροπέδες και παπούτσια χωρίς κορδόνια. Αστυνομικοί συνοδεύουν κατηγορουμένους δεμένους σε δυάδες ή και τριάδες – κάποιοι από τους τελευταίους έχουν τα κινητά τους στα χέρια τους, ως ένα μέσο καταπολέμησης της πλήξης και της, μάλλον μεγάλης, αναμονής που έχουν μπροστά τους. Το κλίμα χαλαρότητας που επικρατεί ανοίγει την όρεξη για κουβέντα: μέσα και έξω από το κτίριο στήνονται πηγαδάκια μεταξύ συνηγόρων, κατηγορουμένων και δικηγόρων ή ακόμα και κατηγορουμένων και αστυνομικών – συνοδών που απολαμβάνουν χαμογελώντας μαζί ένα τσιγάρο ή ένα γρήγορο κολατσιό.
Την ημέρα που βρεθήκαμε στο Αυτόφωρο οι περισσότερες κατηγορίες στα πινάκια αφορούσαν «ασήμαντα» αδικήματα, όπως απλές σωματικές βλάβες, υπερβολικά δυνατή μουσική, μικροκλοπές, κατοχή μικροποσότητας ναρκωτικών και παράνομη πώληση προϊόντων σε υπαίθριο χώρο. Δικηγόροι, κατηγορούμενοι, μάρτυρες, αστυνομικοί ή απλά περίεργοι περαστικοί άλλαζαν βιαστικά σελίδες στα χαρτιά που αναγράφουν τις υποθέσεις και ήταν καρφιτσωμένα στους πίνακες από φελλό έξω από τις αίθουσες. Μεγάλη ζήτηση στο Αυτόφωρο είχαν και οι διερμηνείς, και αυτό διότι πολλοί από τους κατηγορουμένους δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα. Σε πολλές από τις υποθέσεις που είδαμε χρειάστηκε διερμηνέας της αραβικής, ενώ σε μια άλλη και της ουρντού, και αφορούσαν κυρίως παράνομη παραμονή στη χώρα.
«Για μια παρεξήγηση ήρθα εδώ»
Αργά το πρωί, η πρόεδρος της έδρας ανήγγειλε τον αριθμό μιας υπόθεσης και αμέσως σηκώθηκαν δύο άντρες. Ο ένας – ο κατηγορούμενος – είχε συλληφθεί το προηγούμενο βράδυ γιατί φέρεται να είχε χτυπήσει τον άλλον – έναν μεσήλικο άντρα από εταιρεία διανομής φρούτων. Οταν όμως ο δεύτερος πήρε τον λόγο, είπε ότι πρόκειται για μια μεγάλη παρεξήγηση, και αυτό διότι ο ίδιος, όντας μεθυσμένος, είχε πέσει μόνος του και είχε χτυπήσει το κεφάλι του, ενώ ο κατηγορούμενος όχι απλώς δεν τον είχε χτυπήσει, αλλά είχε πάει για να τον βοηθήσει. Αυτή η κατάθεση δεν κάθισε καλά στην εισαγγελέα της έδρας (διότι στους αστυνομικούς το προηγούμενο βράδυ ο ίδιος είχε δηλώσει ότι κάποιος τον χτύπησε), η οποία τον ρώτησε μήπως απλά τα βρήκαν μεταξύ τους μετά το περιστατικό. Για να πάρει την απάντηση: «Μα, κυρία εισαγγελέα, δεν είχαμε να χωρίσουμε και κάτι για να τα βρούμε». Ο κατηγορούμενος απολογήθηκε ότι είδε τον άντρα πεσμένο κάτω και τον βοήθησε. Κάποιοι περαστικοί νόμισαν όμως ότι αυτός ήταν που τον χτύπησε εξαρχής. «Για μια παρεξήγηση με πήραν Αυτόφωρο και ήρθα εδώ», είπε. Λίγα λεπτά αργότερα, αθωώθηκε και οι δυο τους έφυγαν μαζί από την αίθουσα.
Σε μια άλλη υπόθεση, ένας νεαρός αλβανικής καταγωγής που συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη χώρα υποστήριξε ότι ήρθε από την Ιταλία για μερικές ημέρες ώστε να μπορέσει να δει την κοπέλα του – η οποία ήταν παρούσα στο ακροατήριο. Το δικαστήριο δεν πείστηκε και τον καταδίκασε σε ένα έτος φυλάκισης με αναστολή, με την προϋπόθεση να αποχωρήσει άμεσα από τη χώρα.
Υπάρχουν και κωμικά περιστατικά. Σε μια υπόθεση – αφορούσε κλοπή – η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή. Στο δικαστήριο είχε έρθει και ένας ηλικιωμένος μάρτυρας με πρόβλημα ακοής, συνοδευόμενος από τον γιο του. Οταν αποφασίστηκε η αναβολή, η εισαγγελέας προέτρεψε τον ηλικιωμένο: «Φύγετε γιατί έχει και μικρόβια εδώ». «Να φύγω;», ρώτησε ο άντρας. «Να μην ξανάρθω όμως», συμπλήρωσε αμέσως, προκαλώντας χαμόγελα στο ακροατήριο.
Σε μια άλλη περίπτωση, ένας νεαρός συνελήφθη στα Εξάρχεια επειδή φέρεται πως είχε στην κατοχή του ένα μικρό μαχαίρι. Η υπεράσπισή του υποστήριξε ότι δεν αποτελούσε όπλο και, παρόλο που είχε απασχολήσει ξανά για παρόμοια μικροαδικήματα, το δικαστήριο τον αθώωσε, δίνοντάς του μια τελευταία ευκαιρία. «Να μη σας ξαναδούμε εδώ για κανέναν λόγο», τόνισε η πρόεδρος κοιτάζοντάς τον με αυστηρό ύφος.






