Mόλις λίγες εβδομάδες πριν από τις δημοτικές εκλογές και 14 μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2027 στη Γαλλία, η δολοφονία ενός 23χρονου ακροδεξιού στη Λυών έρχεται να ρίξει νέο λάδι στη φωτιά της ακραίας πόλωσης στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, όπου η εκτελεστική εξουσία δείχνει αποδυναμωμένη και το Κοινοβούλιο είναι εγκλωβισμένο σε αδιέξοδα. Βίντεο δείχνουν τον Καντέν Ντεράνκ, φοιτητή Μαθηματικών και μέλος του δεξιού εξτρεμιστικού χώρου να ξυλοκοπείται βάναυσα από τουλάχιστον έξι κουκουλοφόρους, στο περιθώριο εκδήλωσης της γαλλοπαλαιστίνιας ευρωβουλευτή της ριζοσπαστικής Αριστεράς «Ανυπότακτη Γαλλία» (LFI), Ρίμα Χασάν, την περασμένη εβδομάδα. Το θύμα υπέστη σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και πέθανε δύο ημέρες αργότερα, υπό νοσηλεία.
«Δεν είναι αντιφασιστικό να χτυπάς κάποιον που είναι πεσμένος στο έδαφος, αυτό είναι φασισμός», σχολίασε η αριστερή εφημερίδα «Libération», ενόσω η Εισαγγελία της Λυών ερευνά την υπόθεση ως ανθρωποκτονία από πρόθεση. Ηταν φόνος, τονίζουν οι Αρχές. Ποιοι είναι όμως οι δολοφόνοι; Αστυνομική πηγή δήλωσε χθες το βράδυ στο Reuters πως συνελήφθησαν τέσσερα άτομα, ανάμεσά τους και ένας βοηθός του «Ανυπότακτου» βουλευτή Ραφαέλ Αρνό. Η πολιτική «ετυμηγορία» ωστόσο είχει ήδη εκδοθεί. Η κυβερνητική εκπρόσωπος κατηγορεί την «Ανυπότακτη Γαλλία» για «ηθική ευθύνη». Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Ζεράλντ Νταρμανέν, απέδωσε τη δολοφονία στην άκρα Αριστερά, κατηγορώντας στελέχη της για ρητορική υποκίνησης βίας. Ο υπουργός Εσωτερικών Λοράν Νουνιέζ – που προ ημερών εξέδωσε εγκύκλιο, ταξινομώντας την LFI ως «ακροαριστερά», σε αντίθεση με τη γνωμοδότηση του γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας – επεσήμανε τους «εξαιρετικά ισχυρούς δεσμούς» του αντιπολιτευόμενου κόμματος με την αντιφασιστική, διαλυμένη πια οργάνωση «La Jeune Garde» (Νεανική Φρουρά), που ιδρύθηκε το 2018 και απαγορεύτηκε πέρυσι το καλοκαίρι.
Στο επίκεντρο της πολιτικής καταιγίδας βρίσκεται πλέον ο 74χρονος Ζαν-Λικ Μελανσόν, ηγέτης της LFI, που με 71 βουλευτές είναι σήμερα η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι απ’ όλους τους πιθανούς αριστερούς υποψηφίους στις προεδρικές εκλογές, ο Μελανσόν (πρώην σοσιαλιστής) έχει τις περισσότερες πιθανότητες να περάσει στον δεύτερο γύρο, αν και είναι βέβαιο ότι θα έχανε από την Ακροδεξιά, ανεξαρτήτως εάν υποψήφια της τελευταίας θα είναι η Μαρίν Λεπέν ή ο «εκλεκτός» της Ζορντάν Μπαρντελά.
Αν και ο Μελανσόν καταδίκασε απερίφραστα τη βία στη Λυών και εξέφρασε συλλυπητήρια στην οικογένεια του θύματος, δέχεται πλέον σωρηδόν πυρά ακόμη και εντός του Νέου Λαϊκού Μετώπου: της ευρείας εκλογικής συμμαχίας του 2024 μεταξύ των κομμάτων του ευρύτερου χώρου της γαλλικής Αριστεράς. Καταγγέλλοντας «την ευθύνη όλων των πολιτικών ηγετών που υποκινούν το μίσος», ο μετριοπαθής κεντροαριστερός ευρωβουλευτής και επίδοξος προεδρικός υποψήφιος Ραφαέλ Γκλικσμάν, έσπευσε να αποκλείσει κάθε προοπτική νέας συνεργασίας με την LFI ενόψει του 2027. Ο επικεφαλής των γάλλων Σοσιαλιστών, Ολιβιέ Φορ, κράτησε πάντως αποστάσεις, καλώντας σε σεβασμό της δικαστικής διαδικασίας. Η βουλευτής των Πρασίνων Σαντρίν Ρουσό έκανε λόγο για πολιτική εκμετάλλευση της τραγωδίας, χαρακτηρίζοντας το κόμμα του Μελανσόν «θύμα μιας απίστευτης συνωμοσίας».
Στον αντίποδα, η ακροδεξιά Εθνική Συσπείρωση της Λεπέν – που βρίσκεται εν αναμονή της απόφασης του Εφετείου για την πολιτική της μοίρα – επενδύει πολιτικά στην υπόθεση Ντεράνκ για την «αποδαιμονοποίηση» και «κανονικοποίησή» της. Η ουσία, ωστόσο, υπερβαίνει τις κομματικές αντιπαραθέσεις. Οπως υπογραμμίζει σε κύριο άρθρο της η εφημερίδα «Le Monde», «κανείς στη Γαλλία δεν πρέπει να ανησυχεί, πολλώ μάλλον να χάνει τη ζωή του, εξαιτίας των απόψεών του. Το γεγονός και μόνον ότι είναι απαραίτητο να υπενθυμίζεται αυτή η θεμελιώδης αρχή της δημοκρατικής κοινωνίας και της πολιτικής ειρήνης είναι ανησυχητικό». «Η ρητορική «εμείς ή αυτοί», η στρατηγική του χάους, που τροφοδοτείται από τη βιαιότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την αμεσότητα της πληροφόρησης σε μια κατακερματισμένη κοινή γνώμη, αποτελούν θανάσιμα αδιέξοδα», επισημαίνει. «Η προσφυγή στη βία είναι προς όφελος όσων επιδιώκουν να καταλύσουν τη δημοκρατία».






