Η ομιλία του αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου αντανακλά μια ουσιαστική μετατόπιση στη δυτική στρατηγική σκέψη. Από τη μεταψυχροπολεμική κανονιστική αυτοαντίληψη της «τάξης βασισμένης σε κανόνες» προς μια αντίληψη της Δύσης ως πολιτισμικής και γεωπολιτικής κοινότητας ισχύος.

Η έμφαση στη στρατηγική συνοχή, στην παραγωγική αυτάρκεια, στην ενεργειακή ασφάλεια και στον έλεγχο των συνόρων αποτυπώνει μια ρεαλιστική ανάγνωση του διεθνούς συστήματος, στο οποίο η ισχύς, η ανθεκτικότητα και η αποτρεπτική ικανότητα επανέρχονται ως θεμελιώδη κριτήρια ασφάλειας.

Παράλληλα, η γεωοικονομική διάσταση της παρέμβασης καταδεικνύει ότι η οικονομία μετατρέπεται σε πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού, όπου η βιομηχανική επάρκεια, οι αλυσίδες εφοδιασμού και οι κρίσιμοι πόροι συνδέονται άμεσα με την πολιτική αυτονομία και τη γεωπολιτική ισχύ των κρατών.

Η μετατόπιση αυτή επηρεάζει άμεσα την ευρωπαϊκή στρατηγική ταυτότητα. Για την Ευρώπη συνιστά πρόσκληση μετάβασης από κανονιστική δύναμη σε δύναμη ικανή να παράγει ισχύ μέσω άμυνας, τεχνολογικής καινοτομίας και βιομηχανικής πολιτικής.

Για κράτη πρώτης γραμμής όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα σημαντικές, καθώς η γεωγραφική τους θέση στην Ανατολική Μεσόγειο τις τοποθετεί στο σταυροδρόμι ενεργειακών διαδρομών, θαλάσσιων επικοινωνιών, μεταναστευτικών ροών και περιφερειακής αστάθειας.

Ο διασυνοριακός έλεγχος, η θαλάσσια επιτήρηση και η αποτροπή υβριδικών απειλών ανταποκρίνονται στις στρατηγικές ανάγκες Αθήνας και Λευκωσίας, ενώ η ενίσχυση της άμυνας και της ενεργειακής τους ασφάλειας συνιστά κρίσιμο πυλώνα σταθερότητας και ανθεκτικότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυριαρχία, η αποτροπή, η προστασία κρίσιμων υποδομών και η θαλάσσια ασφάλεια καθίστανται καθημερινές προτεραιότητες στρατηγικής επιβίωσης και θεσμικής σταθερότητας.

Στο πλαίσιο αυτής της συστημικής μετάβασης, τα σενάρια αποστολής ελληνικής στρατιωτικής δύναμης στη Γάζα και η συζήτηση περί συγκρότησης διεθνούς μηχανισμού σταθεροποίησης ή «Συμβουλίου Ειρήνης» για τη μεταπολεμική διαχείριση της περιοχής αναδεικνύουν τη μετάβαση προς ένα αμιγώς συναλλακτικό περιβάλλον ισχύος. Η συμμετοχή σε πολυεθνική δύναμη δεν συνιστά απλώς επιχειρησιακή επιλογή, αλλά εντάσσεται σε ευρύτερο πλαίσιο διαχείρισης κρίσεων, αναδιάταξης περιφερειακών ισορροπιών και επανακαθορισμού του ρόλου των μεσαίων δυνάμεων. Η ελληνική στάση αντικατοπτρίζει την ανάγκη ισορροπίας μεταξύ προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο και προσαρμογής σ’ έναν κόσμο όπου η ισχύς και η συναλλακτική διπλωματία αποκτούν αυξημένο βάρος.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο, μια ενδεχόμενη συμμετοχή θα μπορούσε να ενισχύσει τη στρατηγική τους αξία ως πυλώνων σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο, να εμβαθύνει τη συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να αναβαθμίσει τον ρόλο τους στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Ωστόσο, η εμπλοκή ενέχει κινδύνους, όπως παρατεταμένη αστάθεια, εσωτερικό πολιτικό κόστος και πιθανές επιπτώσεις στις σχέσεις με τον αραβικό κόσμο. Η ισορροπία μεταξύ διεθνούς νομιμότητας, αποτροπής και στρατηγικής αξιοπιστίας καθίσταται, συνεπώς, κρίσιμη. Το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την αποστολή δυνάμεων, αλλά τη συνολική στρατηγική τοποθέτηση στον άξονα Ευρώπης – Ανατολικής Μεσογείου -διατλαντικής ασφάλειας, με στόχο τη διασφάλιση μακροπρόθεσμης σταθερότητας, αξιοπιστίας και γεωπολιτικής ανθεκτικότητας.

Ο Διονύσης Τσιριγώτης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.