Μετά την υπό πρωτοφανείς εκβιασμούς, λογικά ακατανόητη επίσκεψη Μητσοτάκη στην Αγκυρα, τώρα (ενδεχομένως κατά σύμπτωση) αναμένονται οι νέες υπογραφές με τη Chevron. Ζήτημα για το οποίο από το φθινόπωρο του 2025 η κυβέρνηση πανηγυρίζει ασταμάτητα: η Ελλάδα ξαφνικά θωρακίστηκε ως υπερήρωας από κόμικς μέσω των ενεργειακών συμφωνιών. Και έπεισε πολλούς. Οχι όμως όλους.
Στις 4 Οκτωβρίου 2025 η στήλη αυτή προειδοποιούσε: «Η άκρατη αισιοδοξία ότι η Ελλάδα θα θωρακιστεί από την παρουσία της είναι αβαθής και ανόητη. Η Chevron είναι κολοσσός, όμως θα κάνει τελικά αυτό που θα της πει ο Τραμπ να κάνει. Που σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να θέσει είτε η ίδια είτε η αμερικανική πλευρά ζήτημα εισόδου της Τουρκίας στη συμφωνία. Τίποτε απολύτως δεν εγγυάται το αντίθετο. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε η Ελλάδα θα βρεθεί πολύ άγρια στριμωγμένη στη γωνία: θα είναι πρακτικά αδύνατον να κάνει πίσω, αλλά εξίσου σχεδόν αδύνατον να προχωρήσει και μπροστά».
Λίγο μετά, στις 8 Νοεμβρίου, με τη θριαμβολογία να κυριαρχεί, επιχειρήθηκε ξανά να προσγειωθούν οι επικίνδυνα αφελείς προσδοκίες: «Ολο και περισσότερες ελπίδες επενδύονται σε ένα είδος “ασπίδας της ενέργειας” έναντι των τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο.
Η “ενεργειακή ακτινογραφία” της Ανατολικής Μεσογείου είναι παλαιόθεν γνωστή στις μεγάλες δυνάμεις, όπως είναι και οι προστριβές επ’ αυτής. Και δεν υπάρχουν μεταβολές που να έχουν επηρεάσει θετικά τη στάση τους υπέρ της Ελλάδας, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με την Τουρκία. Είναι συνεπώς σημαντικό να μην καλλιεργούνται πάλι αυταπάτες. Επειδή όταν έρθει η ώρα της κρίσεως θα καταρρεύσουν».
Η ώρα της κρίσεως έφτασε. Στις 5 Φεβρουαρίου η Chevron υπέγραψε «συμφωνία συμμαχίας» με την κρατική Turkish Petroleum στην Αγκυρα, ενώ μπήκε στη Συρία, με ό,τι αυτό σημαίνει.
Συνέβη δηλαδή αυτό ακριβώς που είχε εδώ προβλεφθεί, καθώς το γεωγραφικό και θεματικό πεδίο της συμφωνίας είναι ευρύτατο και κοιτά ξεκάθαρα και προς την Ελλάδα. Που θα έπρεπε ήδη να προετοιμάζεται για τη στιγμή που εταιρεία θα γίνει ο μοχλός για να έρθει στο τραπέζι η ενεργειακή συνδιαχείριση με την Τουρκία στο Αιγαίο, με δεδομένη την προφανή στρατηγική συνεργασία της Αγκυρας με τις ΗΠΑ, φορέας της οποίας είναι ακριβώς αυτή η συμφωνία.
Ωστόσο αυτό δεν είναι καν το κύριο ζήτημα. Μακράν σημαντικότερο, είναι άλλο: ότι ακόμα και αν έλεγε η Ελλάδα «εντάξει, ας πάμε μαζί για να τελειώνουμε με τα προβλήματα», θα έπρεπε να αποδεχθεί μία προϋπόθεση αυτοκτονικών διαστάσεων: ότι για να μπορέσει να συμβεί αυτό, πρέπει πρώτα να μεταβληθεί το κυριαρχικό καθεστώς στο Αιγαίο.
Αλλιώς είναι απολύτως αδύνατον να γίνει τέτοιου είδους κατανομή, ακόμα και εάν η Ελλάδα αποφάσιζε να πει «ναι», που όμως, έτσι, ουδέποτε θα το αποδέχονταν οι Τούρκοι. Αυτό είναι το μείζον πρόβλημα: ότι η ενεργειακή ήττα δεν έρχεται μόνη, αλλά ως δούρειος ίππος μιας αντίστοιχης περιστολής κυριαρχίας, σε μια πορεία που εξελίσσεται ραγδαία και δραματικά. Επειδή πλέον η αντιπαράθεση δεν θα είναι πια απλώς με την Τουρκία, αλλά και ευθέως με τους σχεδιασμούς των ΗΠΑ.






