Το καμπανάκι για την Ευρώπη χτύπησε δυνατά το 2022, όταν ο ρώσος πρόεδρος Πούτιν, παρά τις διαβεβαιώσεις του περί του αντιθέτου, εισέβαλε στην Ουκρανία. Είχε χτυπήσει νωρίτερα, το 2014, με την αναίμακτη κατάληψη της Κριμαίας, αλλά τότε η Ευρώπη ζούσε ακόμα τον μύθο της: ότι θα εξαγάγει την κουλτούρα της ελευθερίας και θα μετατρέπονται αβίαστα σε δημοκρατίες οι χώρες που έχουν προκύψει από τη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης.
Με άλλα λόγια, στην Ευρώπη αντιμετωπίζαμε τον κόσμο σαν να βρίσκεται σε ακινησία. Ούτε μας είχε περάσει από το μυαλό ότι μπορούσε να βρεθεί ένας πρόεδρος στη Ρωσία που θα υποσχόταν την παλινόστηση της αυτοκρατορίας. Κι ότι αυτό θα δημιουργούσε μια πολεμική συνθήκη στον Βορρά – που ούτως ή άλλως έπρεπε να μας αναρπάσει από τη μακαριότητά μας.
Τα πράγματα βέβαια προχώρησαν πιο γρήγορα επειδή βρέθηκε να ηγείται των ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ. Πρόσωπο που αντιμετωπίζει τη δημοκρατία ως αναγκαίο κακό, που η κουλτούρα του δυτικού κόσμου τον αφήνει αδιάφορο και το μόνο που καταλαβαίνει ως αξία είναι ο πλούτος και το καταναλωτικό πλαίσιο στο οποίο ζει, ο Τραμπ έπληξε καίρια την ιδέα της ενιαίας Δύσης.
Σε μια ήπειρο ειρήνης και ευημερίας για σχεδόν ογδόντα χρόνια, η απειλή επιστροφής σε μια πολεμική ανασφάλεια κινητοποιεί τις χώρες όχι μόνο της ΕΕ αλλά και τη Βρετανία – που καταλαβαίνουν ότι οφείλουν να αντιδράσουν, έστω κι αν χρειαστεί να επενδύσουν στην άμυνα μέρισμα του πλούτου που συσσώρευσαν. Ενώ ταυτόχρονα κατανοούν ότι η πολεμική αναταραχή μπορεί να εισπραχθεί ως απειλή και για το επίπεδο ζωής και για την οικονομία, αφού η παγκόσμια αναταραχή έκανε σαφή την ύπαρξη νέων στρατοπέδων παγκόσμιας επιρροής. Ο ανταγωνισμός δηλαδή εντείνεται για την οικονομία και για την τεχνολογία – όπως και στην άμυνα, η Ευρώπη είναι εξαρτημένη και σε αυτά τα πεδία.
Αυτά τα ζητήματα βρίσκονται καιρό στο επίκεντρο των συζητήσεων των ευρωπαίων ηγετών, που ξέρουν ότι πρέπει να κινηθούν αμέσως. Και μπορεί στην άτυπη συνάντηση των ηγετών της ΕΕ σε ένα κάστρο στο Βέλγιο να τέθηκε η ανάγκη ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας, ωστόσο το ζήτημα είναι ευρύτερο και συνθετότερο.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα διαβεβαίωσε ότι μπορούμε σύντομα να περάσουμε από την ενιαία αγορά «σε μία αγορά», ωστόσο τα βασικά ζητήματα που απασχολούν τους Ευρωπαίους είναι δύο: πώς όλα θα γίνουν γρηγορότερα και πώς θα ξεπεραστεί η ανάγκη της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων, πώς θα γίνει ανενεργό το δικαίωμα της άσκησης βέτο από κράτη. Με άλλα λόγια, πώς οι εθνικοί ανταγωνισμοί εντός της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα μικρύνουν χάριν της έκφρασης μιας ενιαίας, κεντρικής εξουσίας. Και πώς οι αντιρρήσεις που πιθανόν να εκδηλωθούν σε ένα τέτοιο σχέδιο δεν θα έχουν διαλυτικό αποτέλεσμα.
Ο Μάριο Ντράγκι, πρόσφατα, έχει προειδοποιήσει ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να καταστεί «την ίδια στιγμή υποταγμένη, διαιρεμένη και αποβιομηχανοποιημένη» – κι ότι η ΕΕ πρέπει πια να γίνει από συνομοσπονδία, ομοσπονδία. Ο δρόμος γι’ αυτό που ο Γιούργκεν Χάμπερμας αποκαλεί Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης έχει σχεδιαστεί. Μένει να βρεθούν οι τολμηροί ηγέτες που θα τον ανοίξουν.






