Ήταν θετικό το ότι συμφωνήθηκε να γίνει η συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν. Τούτο από μοναχό του έδειχνε ότι τα δύο μέρη δεν ήθελαν ρήξη. Αν ήθελαν, δεν θα γινόταν συνάντηση, οι ελληνικές αρχές θα έριχναν την ευθύνη στις τουρκικές και αντιστρόφως. Καμία πλευρά, φαίνεται, δεν ήθελε να επαναληφθούν φαινόμενα σαν αυτά της επίσκεψης του κ. Ερντογάν στην Αθήνα επί Αλέξη Τσίπρα: ο τότε πρόεδρος Προκόπης Παυλόπουλος έβαλε στη θέση του τον Ταγίπ Ερντογάν όχι μόνο ως πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας αλλά και ως καθηγητής συνταγματολόγος που κάνει μάθημα στο αδαή, απολίτιστο Τούρκο.

Είχαμε λοιπόν «πολιτισμένη συνάντηση»: Μητσοτάκης-Ερντογάν δεν προσπάθησαν να κανακέψουν τη μερίδα των βάρβαρων συμπατριωτών τους που είναι μονίμως διατεθειμένοι να κάνουν πόλεμο για να κερδίσουν δόξα και λάφυρα. Υπάρχει πάντα δόση βαρβαρότητας στην πολεμική δόξα, αφού ο συγκεκριμένος εχθρός που σκοτώνει ο ήρωας δεν είναι ο υπεύθυνος για τον πόλεμο. Και δεν υπάρχει παρά βαρβαρότητα στη λαφυραγωγία, τον πλουτισμό δια της αρπαγής του πλούτου από τον παραγωγό του.

Μπορεί ο πόλεμος να έχει τέτοιες τις συνέπειες, οι αιτίες του όμως να βρίσκονται στη «θέληση για δύναμη» των αντιμαχομένων – αυτό συμβαίνει με όσους υποστηρίζουν ότι ο πόλεμος Ελλάδας Τουρκίας είναι αναπόφευκτος διότι, μεταξύ άλλων, «ο Τούρκος [ο Έλληνας, αντιστοίχως] δεν αλλάζει». Πρόκειται για τον ιδεατό τύπο της αυτοεκπληρούμενης αρπακτικής προφητείας: με βάση αυτή την πρόβλεψη προετοιμάζεις τον πόλεμο όχι για να επιτύχεις την ειρήνη, κατά το γνωστό λατινικό ρητό, αλλά για να τον κερδίσεις.

Για να απομακρυνθεί κανείς από τη βαρβαρότητα, πρέπει να αρνηθεί τη θέληση για δύναμη και να παραδεχθεί ότι η συγκεκριμένη απειλή πολέμου προκύπτει από λόγους που στην κοινωνική καθημερινότητα ρυθμίζονται ειρηνικά, με συμβατικές σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων ή ατόμων.

Για τούτο η απόσυρση του casus belli που ζητά ο κ. Μητσοτάκης είναι σημαντική: απομακρύνει την πολεμική βαρβαρότητα, αναζητεί συμβατικές λύσεις. Είναι θετικό το ότι ο κ. Ερντογάν από την πλευρά του ανέφερε ότι τα υφιστάμενα ζητήματα είναι μεν «ακανθώδη», όμως «δεν είναι άλυτα στη βάση του Διεθνούς Δικαίου».

Το «ακανθώδη» παραπέμπει σε θέματα που γρατζουνίζουν, γδέρνουν, πληγώνουν – σκοτώνουν ίσως. Αλλά η προσθήκη ότι «δεν είναι άλυτα στη βάση του Διεθνούς δικαίου» ίσως δείχνει μικρή μετατόπιση από την απαίτηση της «ευθυδικίας» (equity) που θέτει μονίμως η τουρκική πλευρά στην προσέγγιση του αιγαιακού ζητήματος. Ίσως.

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να ισχύει η αρχή που επικαλείται η «Σχολή Παυλόπουλου» ότι «προσφεύγω στο δίκαιο μόνο για θέματα που συμφέρουν εμένα» – αυτή δεν είναι αμυντική, είναι κακόπιστη έως και αρπακτική θέση.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.