Το Σύνταγμα δεν είναι ούτε αριστερό, ούτε δεξιό, ούτε συντηρητικό, ούτε προοδευτικό. Είναι εθνικό και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο. Οχι μόνο από τους πολίτες αλλά και από το κομματικό σύστημα. Το κείμενο που συνηθίζουμε να αποκαλούμε καταστατικό χάρτη της χώρας μας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αφορμή για μια από τις συνηθισμένες στην πολιτική μας σκηνή τοξικές αντιπαραθέσεις. Δυστυχώς ωστόσο, από τη στιγμή που ανακοινώθηκε η εκκίνηση της διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης με πρωθυπουργικό διάγγελμα, παρακολουθούμε μόνο συγκρούσεις – συγκρούσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, συγκρούσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και τον Ευάγγελο Βενιζέλο αλλά και συγκρούσεις στις τάξεις των συνταγματολόγων.
Και αν οι τελευταίοι νομιμοποιούνται να καταθέτουν στον δημόσιο διάλογο τις απόψεις τους για το εύρος και την κατεύθυνση των αλλαγών στο Σύνταγμα ως ειδήμονες, οι κοινοβουλευτικοί άνδρες οφείλουν να είναι πολύ προσεκτικοί προτού μιλήσουν για το συγκεκριμένο θέμα στο πανελλήνιο. Προς το παρόν, εξάλλου, δεν γνωρίζουμε καν τις λεπτομέρειες των προτάσεων που θα φέρουν τα κόμματα. Δεν χρειάζεται να μαλώνουν τα στελέχη τους εκ των προτέρων – και από αυτοματισμό – για τη συνταγματική αναθεώρηση.
Πρώτα, πρέπει να ξεκινήσει επίσημα τις εργασίες της η προτείνουσα Βουλή. Κι εκεί πρέπει τα κόμματα να παρουσιάσουν τις εισηγήσεις τους για τις διατάξεις που φρονούν ότι χρήζουν τροποποίησης καθώς και τον εμπεριστατωμένο αντίλογό τους, εφόσον κρίνουν ότι απαιτείται.
Εχουν χαθεί αρκετές ευκαιρίες για μια γόνιμη αναθεώρηση του Συντάγματος εξαιτίας μικροκομματικών σκοπιμοτήτων. Για να μην προστεθεί μία ακόμη σ’ αυτή τη λίστα, καλούνται όλες οι πλευρές των εδράνων να δείξουν σοβαρότητα και υπευθυνότητα.







