Από τους πρώτους κιόλας μήνες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ξέσπασε στη Βρετανία μια έντονη συζήτηση στην οποία συμμετείχαν αξιωματούχοι του Ναυτικού, καλλιτέχνες και επιστήμονες, κυρίως ζωολόγοι και φυσικοί. Το θέμα που συζητούσαν ήταν: πώς να βάψεις ένα πλοίο ώστε να το καταστήσεις ασφαλές, ιδιαίτερα έναντι της νέας απειλής των γερμανικών υποβρυχίων; Η πιο διάσημη λύση που δόθηκε σε αυτό το πρόβλημα ήταν το καμουφλάζ παραπλάνησης τύπου «dazzle», ή «razzle-dazzle» στις ΗΠΑ. Εμπνευστής του ήταν ένας βρετανός καλλιτέχνης που είχε καταταγεί στο Βασιλικό Ναυτικό, και είχε μάλιστα υπηρετήσει και στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Νόρμαν Γουίλκινσον.
Ο στόχος του dazzle δεν ήταν να κρύψει τα πλοία, αλλά να αποπροσανατολίσει τους διώκτες τους. Αποτελούνταν από μοτίβα, γραμμές και γεωμετρικά σχήματα που ζωγραφίζονταν πάνω στο σκάφος, σε άσπρο – μαύρο ή έντονα χρώματα, μπλε, πράσινο, γκρι, ροζ και μοβ, με σκοπό να διαταραχθεί το οπτικό και δομικό περίγραμμα του πλοίου. Αυτό ήταν κρίσιμο, γιατί ο κυβερνήτης ενός εχθρικού υποβρυχίου έπρεπε να στοχεύσει όχι απευθείας στο πλοίο, αλλά σε ένα σημείο στο νερό όπου θα βρισκόταν το πλοίο τη στιγμή άφιξης της τορπίλης. Συνεπώς, η εκτίμηση της ταχύτητας, της πορείας του και της απόστασης μέχρι τον στόχο ήταν καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία της επίθεσης, και οποιαδήποτε ανακρίβεια καθιστούσε τα όπλα του υποβρυχίου ανεπαρκή ή άχρηστα. Το dazzle χρησιμοποιήθηκε μαζικά από τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα την περίοδο 1917-1918, τόσο σε πολεμικά όσο και σε εμπορικά πλοία. Δεν τα έκανε άτρωτα, αλλά μείωσε την ακρίβεια των επιθέσεων και αύξησε τα λάθη στους υπολογισμούς του εχθρού.
Από αυτήν ακριβώς τη στρατηγική αποπροσανατολισμού λένε ότι εμπνεύστηκε ο Στιβ Μπάνον, ο πρώτος και καθοριστικός στρατηγικός σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ, τη στρατηγική που αποκάλυψε ο ίδιος έναν αιώνα μετά, το 2018, στα μέσα της πρώτης τραμπικής θητείας, στον δημοσιογράφο Μάικλ Λούις: «Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν σημασία… Η πραγματική αντιπολίτευση είναι τα μίντια. Και ο τρόπος να τα αντιμετωπίσεις είναι να πλημμυρίσεις τον χώρο με σκατά». Από το μπέρδεμα του ματιού, στο μπέρδεμα του μυαλού. Διασπείρεις τεράστιο όγκο πληροφοριών, ανακοινώσεων, σχολίων και ειδήσεων – πολλές από αυτές άσχετες, παραπλανητικές ή ανακριβείς – ώστε να κατακερματίσεις την προσοχή και να δυσκολέψεις την κριτική σκέψη, να δημιουργήσεις τόσο θόρυβο, σύγχυση και κόπωση στον δημόσιο και δημοσιογραφικό διάλογο που καθίσταται δύσκολο για τα Μέσα και το κοινό να ιεραρχήσουν σωστά τα πράγματα, να καταλάβουν τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, να εντοπίσουν την πραγματική είδηση.
Σύμφωνα με τους «New York Times», στη διάρκεια της πρώτης θητείας του, «ο Τραμπ είχε πει στους κορυφαίους συνεργάτες του να σκέφτονται κάθε προεδρική μέρα σαν ένα επεισόδιο τηλεοπτικού σόου στο οποίο κατατροπώνει τους αντιπάλους του». Την εφάρμοζε και τότε την τακτική της «πλημμύρας», αλλά τώρα την «απογείωσε». Τότε έδινε κατά μέσο όρο 22 συνεντεύξεις Τύπου τον χρόνο. Αυτή τη φορά, έφτασε στον ίδιο αριθμό μέσα σε δύο – δυόμισι μήνες. Κατά τις πρώτες 30 μέρες της πρώτης θητείας του, είχε υπογράψει συνολικά 33 εκτελεστικά διατάγματα. Στο ίδιο διάστημα πέρυσι, εξέδωσε 72 διατάγματα. Σχεδόν δεν περνάει μέρα χωρίς να έχει κάποια αλληλεπίδραση με δημοσιογράφους. Και όπως επιβεβαίωσε η κρίση της Γροιλανδίας, ο αμερικανός πρόεδρος έχει πια επεκτείνει τη χρήση της τακτικής του Μπάνον και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής.
Κάποιες φορές βέβαια, δικαιώνει – παρά ένα αρχικό γράμμα – το σύνθημα TACO: Trump Always Chickens Out, Ο Τραμπ Πάντα Κιοτεύει. Το έκανε, μέχρι νεωτέρας, στην περίπτωση της Γροιλανδίας, το έκανε, μέχρι νεωτέρας δις, και στην περίπτωση της Μινεσότας. Οπως γράφει χαρακτηριστικά στο Politico ο Ιαν Γουάρντ, πρέπει πρώτα να συναντήσει τουλάχιστον δύο από τις ακόλουθες μορφές αντίστασης: ευρεία αντίδραση από τους Ρεπουμπλικανούς MAGA και Σία, αστάθεια στις αγορές, και ιδίως τις αγορές ομολόγων, εναντίωση από αντιπάλους που τον αντιμετωπίζουν με ενότητα και δύναμη αντί για ικεσίες, και, τέλος, αμφισβήτηση από συντηρητικές μιντιακές προσωπικότητες που καταφέρνουν να διεισδύσουν στη διαβόητα κλειστή πληροφοριακή του φούσκα.
Μην έχουμε ωστόσο την παραμικρή αμφιβολία: η στρατηγική «πλημμυρίστε τον χώρο με σκατά» όλο και εντείνεται. Είναι να απορεί κανείς, βασικά, που ο Τραμπ δεν έχει ήδη προχωρήσει στον επόμενο πολιτικό ή επικοινωνιακό αντιπερισπασμό. Δεν είναι πολιτικός που αντιδρά στα γεγονότα, σχολιάζει στην Guardian η Κάθριν ντε Φρις, είναι πολιτικός που δημιουργεί γεγονότα. Γιατί κατανοεί ένα βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης πολιτικής: η προσοχή είναι δύναμη. Σε μια εποχή καταιγισμού πληροφοριών, δεν υπάρχει έλλειψη δεδομένων ή αναλύσεων· αυτό που λείπει, είναι η προσοχή. Και όποιος την ελέγχει, ελέγχει τη δημόσια συζήτηση.
Κακά τα ψέματα, οι δημοσιογράφοι, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, είμαστε καταδικασμένοι να τσιμπάμε στα clickbait του, στην καλύτερη περίπτωση μπορούμε απλώς να απενεργοποιούμε τις ειδοποιήσεις στο κινητό τη νύχτα, μπας και διατηρήσουμε κάποιο ίχνος ψυχικής ισορροπίας. Η Ευρώπη, όμως, δεν είναι καταδικασμένη στο ίδιο μαρτύριο, όταν λέμε «καιρός να ξυπνήσει» αυτό εννοούμε, να πάψει απλά να αντιδράει και να αρχίσει να σχεδιάζει.







