Το αίμα σώζει ζωές. Επειτα από σοβαρά ατυχήματα, κατά τη διάρκεια πολύπλοκων χειρουργικών επεμβάσεων ή στη μάχη με βαριές ασθένειες όπως ο καρκίνος, οι μεταγγίσεις είναι συχνά ζήτημα ζωής και θανάτου. Σύμφωνα με τον Γερμανικό Ερυθρό Σταυρό, η χώρα χρειάζεται έως και 15.000 αιμοδοσίες καθημερινά ώστε να διατηρούνται σταθερά τα αποθέματα και να μπορεί να ανταποκρίνεται σε κάθε έκτακτη ανάγκη. Για να θεωρείται ασφαλές το σύστημα, τα αποθέματα θα έπρεπε να καλύπτουν τουλάχιστον τέσσερις ημέρες. Η πραγματικότητα, ωστόσο, απέχει πολύ από αυτόν τον στόχο, όπως αποκάλυψε η DW.
Στα μέσα Ιανουαρίου, τα διαθέσιμα αποθέματα αίματος επαρκούσαν μόλις για μιάμιση ημέρα. Οι λόγοι ήταν πολλοί: οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, οι δύσκολες χειμερινές συνθήκες που αποθαρρύνουν τις μετακινήσεις, αλλά και το συνηθισμένο κύμα ασθενειών της εποχής του κρύου, που επιβάρυνε τα νοσοκομεία και ταυτόχρονα απέκλεισε πολλούς πιθανούς αιμοδότες για λόγους υγείας.
Ο Γερμανικός Ερυθρός Σταυρός σήμανε συναγερμό και κάλεσε όλους τους πολίτες να προσέλθουν άμεσα για αιμοδοσία. Tο ηλικιακό όριο για την αιμοδοσία έχει καταργηθεί.
Ο λόγος είναι απλός και ενθαρρυντικός: οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας σήμερα είναι συχνά πολύ πιο υγιείς από ό,τι στο παρελθόν. «Γιατί, λοιπόν, να σταματήσουν να δίνουν αίμα;» αναρωτιέται η γιατρός Ζίγκλιντε Ρίσταου, στο κέντρο αιμοδοσίας του Γερμανικού Ερυθρού Σταυρού, μέσα σε εμπορικό κέντρο στο Βερολίνο. Η έμπειρη γιατρός τονίζει ότι για τους υγιείς ανθρώπους η αιμοδοσία δεν έχει μειονεκτήματα, μόνο οφέλη. Πράγματι, έρευνες δείχνουν θετικές επιδράσεις στην αρτηριακή πίεση και στην καρδιαγγειακή υγεία. Πέρα όμως από τα επιστημονικά δεδομένα, υπάρχει και κάτι λιγότερο μετρήσιμο αλλά εξίσου σημαντικό: το αίσθημα ότι βοηθάς έναν άγνωστο άνθρωπο να ζήσει.
Οι ανησυχίες της Ρίσταου δεν αφορούν τις παρενέργειες, αλλά τη δημογραφία. «Δυστυχώς, πολύ λίγοι νέοι δίνουν αίμα» λέει. Με τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων από τη δεκαετία του 1990, η έλλειψη νέων αιμοδοτών μπορεί να εξελιχθεί σε τεράστιο πρόβλημα στο μέλλον.
Η κατάσταση ήταν κρίσιμη στα μέσα Ιανουαρίου, αλλά τις τελευταίες ημέρες υπήρξε βελτίωση. «Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να ελέγχουμε καθημερινά τα αποθέματα», λένε οι υπεύθυνοι, «γιατί το βασικό πρόβλημα είναι η μικρή διάρκεια ζωής των παραγώγων του αίματος».
Οι μονάδες αίματος μπορούν να χρησιμοποιηθούν έως έξι εβδομάδες, αλλά ορισμένα παράγωγα λήγουν πολύ νωρίτερα. Το αίμα που δίνουν οι αιμοδότες θα διαχωριστεί σε ερυθρά αιμοσφαίρια, πλάσμα και αιμοπετάλια. Τα ερυθρά αιμοσφαίρια διατηρούνται για 42 ημέρες, ενώ τα αιμοπετάλια, ζωτικής σημασίας κυρίως για τη θεραπεία καρκινοπαθών, μόλις για τέσσερις ημέρες. Παρότι η άμεση κρίση φαίνεται να έχει προσωρινά εκτονωθεί, ο κίνδυνος μιας νέας έλλειψης παραμένει.







