Εχετε τη γνώμη πως παρά τις γύρω εξελίξεις η τραγουδοποιία μπορεί να έχει αξία, νόημα και περιεχόμενο σήμερα;

Τα τραγούδια είναι ανάγκη αυθόρμητη, ένας ακόμα τρόπος να συναντιόμαστε, να λέμε ιστορίες και να συζητάμε όσα μας καίνε, να θυμόμαστε ήττες και κατορθώματα, να λύνουμε τ’ άλυτα και να προχωράμε. Και αξία και νόημα και περιεχόμενο έχει η τραγουδοποιία, είναι μαστοριά με οικουμενική και διαχρονική ουσία. Η τεχνολογία ήταν και είναι εργαλείο, και παρ’ όλο που έχει μια σαγήνη να διευκολύνει και – ενδεχομένως – ν’ αποπροσανατολίζει, ως εργαλείο οφείλουμε να τη χρησιμοποιούμε, όποια κι αν είναι η ενασχόλησή μας.

Η δική σας ενασχόληση με το γράψιμο τραγουδιών πώς αλήθεια εκκινείται και με τι επιρροές; Είναι για τη δική σας πορεία ο Σπρίνγκστιν ή ο Κοέν πιο επιδραστικός από τον Γερμανό ή τον Θανάση Παπακωνσταντίνου;

Μεγάλωσα κι εγώ με τραγούδια του Γερμανού, των Κατσιμιχαίων, του Κηλαηδόνη, του Σαββόπουλου, των Χειμερινών Κολυμβητών, με αγνό metal, ραπ Βυρωνιώτικο, Τρύπες και Σπαθιά, αλλά και με τ’ αγαπημένα του πατέρα μου (ρεμπέτικα, λαϊκά, παραδοσιακά). Ολα μπολιάστηκαν και βρήκαν θέση στα γούστα μου, αλλά και στα τραγούδια που πασχίζω. Τα τελευταία μερικά χρόνια, με γοητεύει περισσότερο η τραγουδοποιία του Σπρίνγκστιν, του Ντίλαν, του Νιλ Γιανγκ, του Ντανιέλ Λανουά. Εχουν μια αμεσότητα και μια ατμόσφαιρα που τις αποζητώ. Οι δημιουργοί που αναφέρετε έχουν αφήσει και αυτοί το στίγμα τους στον τρόπο με τον οποίο γράφω τραγούδια και μ’ έχουν επηρεάσει.

Με αφορμή τον δίσκο σας «44» συνοδεύετε την εργασία σας και από graphic novel. Πώς προέκυψε αυτό;

Αγάπησα τα comics από τον αδελφό μου που τα μαζεύει. Σε συνδυασμό με τα καλοσχεδιασμένα εξώφυλλα αγαπημένων δίσκων, και ήδη από τις πρώτες μας μπάντες (Ρελαντί, Μητέρα Φάλαινα Τυφλή), το εικαστικό της φυσικής μορφής ενός μουσικού άλμπουμ είχε πάντοτε μεγάλη σημασία. Η Αγγελική Σαλαμαλίκη που εικονογράφησε το «44» είναι μια σπουδαία εικαστικός που γνώρισα μέσα από την εργασία μου στο βιβλιοπωλείο Λεξικοπωλείο, ανακαλύπτοντας όσα είχε σχεδιάσει. Εχει ένα ξεχωριστό ταλέντο και αυτό το κατάλαβα ακόμα καλύτερα όταν της ζήτησα να απεικονίσει τα τραγούδια μου. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που τα είδε και τα ζωγράφισε, και οι αλλαγές που κάναμε στο τέλος ήταν ελάχιστες. Είμαι τυχερός και ευγνώμων που συνεργαστήκαμε.

Αναφέρετε πως τα εν λόγω τραγούδια αποτελούν «μια καταγραφή τού πώς μπορεί ν’ αλλάξει ολοκληρωτικά η ζωή κάποιου, σχεδόν από τη μια στιγμή στην άλλη». Μια παράφραση του στίχου του Θανάση Παπακωνσταντίνου «τον Μάσιμο Τροΐζι να βρει και να του πει, πως μέσα σε μια νύχτα αλλάζει η ζωή». Το πιστεύετε σήμερα που κυριαρχεί μια ακίνητη λογική για πολλούς στις αποφάσεις ζωής;

Παρατηρώ πως αντιστεκόμαστε σθεναρά όλο και περισσότερο στη γόνιμη μετατόπιση και στο ξεβόλεμα, δεν θέλουμε μάλλον ν’ αλλάζει η ρουτίνα και η ευθύνη μας απέναντι στα πράγματα με τρόπο δραστικό. Εχουμε πολλαπλούς δισταγμούς που μας κρατάνε δέσμιους σε κάτι γνώριμο και «καλό» (ενδεχομένως), λες και όντως το «καλύτερο» ήταν πάντοτε ο εχθρός. Αρκεί πάντως μία ή δύο στιγμές για ν’ αλλάξει πορεία κανείς για κάτι πιο φωτεινό και ανθισμένο: π.χ. όταν ερωτευόμαστε ή όταν κάνουμε παιδιά, αλλάζουν όλα και μας τραβούν από μια κατάσταση σε μια άλλη. Ακόμα και σε μια φάση της ζωής μας που «χρονίζει» και δεν τσουλάει, φτάνει τελικά «ο κόμπος στο χτένι», στο «μη παρέκει», και πάμε παρακάτω. Ισως τελικά να είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος ζωής ν’ αποζητάμε την αλλαγή πια, χωρίς να μας επιβάλλεται. Τέτοιοι συλλογισμοί με συνόδευσαν και στα τραγούδια του «44».

Χρόνια ασχολείστε και ακολουθείτε τον Μπρους Σπρίνγκστιν. Ο ίδιος εσχάτως έχει κριτικάρει τον πρόεδρο Τραμπ. Πού είναι τα όρια ενός δημιουργού στο έργο του και στις θέσεις του για τα γύρω τεκταινόμενα;

Οι δημιουργοί οφείλουν να μη σιωπούν στο άδικο, στο έγκλημα, στην παραφροσύνη και στην απολυταρχία. Οπως ο Σπρίνγκστιν, έτσι και οι Πιτ Σίγκερ, Γούντι Γκάθρι, Μπομπ Ντίλαν, Τζόαν Μπαέζ, μα και πάρα πολλοί ακόμη, ύψωσαν το ανάστημα των τραγουδιών και της κριτικής τους, και μας προκάλεσαν να αντιληφθούμε  την εκάστοτε πολιτική και οικονομική κατάσταση. Αυτά που συμβαίνουν στους καιρούς μας είναι πολύ ανησυχητικά για την ανθρωπότητα και τη δημοκρατία, και όλοι μας οφείλουμε, δημιουργοί και κοινωνοί, να μην κρύβουμε την άποψή μας, εφόσον την έχουμε σχηματίσει. Στο τέλος της ημέρας, ένα «Which side are you on?» πρέπει να το απαντήσουμε, τουλάχιστον ενδοσκοπικά.

Πώς σχολιάζετε το σημερινό ελληνικό τραγούδι; Δεν εννοώ το αμιγώς λαϊκό-ποπ, αλλά εκείνο που κι εσείς υπηρετείτε.

Τα τραγούδια επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα, την ύπαρξή μας και εν τέλει τη ζωή μας. Σήμερα το ελληνικό τραγούδι προσπαθεί να εκφράσει μία και παραπάνω γενιές δημιουργών, μα και ακροατών, αλλά μπροστά στην υπερπροσφορά, η προσοχή μας μοιάζει διασπασμένη. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν τα τραγούδια, παλιότερα και νεότερα, ν’ αποτελούν μέρος της προσωπικής μα και συλλογικής μας καλλιέργειας. Ως τραγουδοποιοί εμπνεόμαστε μερικές φορές μόνο και μόνο από το να υπηρετούμε μια φόρμα συγκεκριμένη, άλλοτε πειραματιζόμαστε, ακούμε κάτι καινούργιο, υιοθετούμε μια διαφορετική φωνή, ακολουθούμε ένα άλλο δημιουργικό μονοπάτι, π.χ. έναν ηλεκτρονικό ήχο με χορευτικά grooves σε συνδυασμό με ακουστικές κιθάρες και folk ηχοχρώματα. Σωκράτης και Θανάσης τα εξερευνούν εδώ και καιρό όλα αυτά, δείχνοντάς μας πως, ειδικά σήμερα που έχουμε τόση πρόσβαση στην τεχνολογία και στη μουσική παραγωγή, μπορούμε να εμπνευστούμε, να δημιουργήσουμε και να καταγράψουμε τις ιδέες μας διαφορετικά και πιο ελεύθερα. Αρκεί να μη χάσουμε την μπάλα, να είμαστε συγκεκριμένοι και να προκαλέσουμε ει δυνατόν όσο πιο ευθύβολα το ενδεχόμενο ακροατήριό μας.

Διαμορφώνεται σήμερα μια σκηνή με όρους συλλογικότητας ή απλώς έχουμε μοναχικές και θραυσματικές καταθέσεις;

Η συλλογικότητα, σε πολλές γειτονιές και περιπτώσεις, είναι μια αντίληψη βαθιά καλλιεργημένη, που όμως βάλλεται από τα σκοτάδια των καιρών και τις αδυναμίες μας. Οι άνθρωποι κουράζονται, μεγαλώνουν, τρέχουν με δουλειές και υποχρεώσεις. Νομίζω πως η αντίληψη και η πρακτική της συλλογικότητας οφείλει να είναι ίδιον μιας «διαχρονικής νεότητας» ως στάση ζωής, τόσο στην εργασία και στην καθημερινότητα, όσο και στα προσωπικά μας. Πάντως, ακόμα και οι μοναχικές φωνές, ψάχνουν έναν «ζωντανό αντίλαλο» με σάρκα και οστά, ως καθρέπτη, για να καταλάβουν τι κάνουν και πού πάνε. Δεν είναι και πάντοτε οι άλλοι μόνο η κόλαση… στη συλλογικότητα μπορεί ν’ ανακαλύψουμε και το «εμείς» που αποζητάμε για να δημιουργήσουμε, να υπάρξουμε, να μοιραστούμε, να προχωρήσουμε.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.
Footballtalk live