«Δεν χρειάζομαι το διεθνές δίκαιο», δήλωσε στους «New York Times» ο Τραμπ. Εντάξει, ούτε ο υπόλοιπος πλανήτης χρειαζόταν να τον ακούσει να το λέει στην εφημερίδα την οποία μισεί περισσότερο από κάθε άλλο Μέσο Ενημέρωσης για να καταλάβει πως στο μυαλό του ο ίδιος είναι ο μοναδικός κριτής των ορίων της εξουσίας του. Μέσα σε μόλις έναν χρόνο έχει γίνει εμφανές όχι μόνο πως οι αποφάσεις του αμφισβητούν ευθέως τη σημασία κάθε υπάρχουσας διεθνούς συμφωνίας, αλλά και ότι απειλούν το – κατά Politico – μεγαλύτερο εργοστάσιο παραγωγής νομοθεσίας: την ΕΕ.
Η Ευρώπη εκδίδει ετησίως πάνω από 2.000 οδηγίες, πράξεις, κανονισμούς και άλλα νομικά έγγραφα, τα οποία καθορίζουν την οικονομική και κοινωνική ζωή των 27 κρατών-μελών της. Αλλά, πλέον, ο θιασώτης της ωμής δύναμης και του νόμου του ισχυρότερου φροντίζει να παρουσιάζει την προσήλωση των Ευρωπαίων στους θεσμούς σαν έναν αναχρονισμό – σαν μια συνήθεια της εποχής που προηγείτο της δικής του. Διπλωμάτες ευρωπαϊκών χωρών, που μιλάνε στα μίντια της ηπείρου, επιμένουν ότι αυτός ο Λευκός Οίκος αδιαφορεί για το πώς φαίνεται στις πρωτεύουσες της Ενωσης. Δεν έχει καμία διάθεση να τον θεωρούν σύμμαχο. Προτιμά να τους κάνει μπούλινγκ.
Συμμαχίες
Η μόνη ηθική που αναγνωρίζει ο ένοικος του Οβάλ Γραφείου – και στην οποία ομνύουν οι συνεργάτες του, στενοί ή λιγότερο κοντινοί – είναι η τραμπική. Σύμφωνα μ’ αυτήν, τα αμερικανικά συμφέροντα προωθούνται ανάλογα με τις διαθέσεις του προέδρου, όχι επί τη βάσει των κανόνων στους οποίους έχουν συμφωνήσει οι χώρες της Δύσης εδώ και 80 χρόνια. Οσοι δουλεύουν στο διπλωματικό πεδίο πιστεύουν ότι στις Βρυξέλλες πρέπει κάποια στιγμή να συζητηθεί μια συνολική ευρωπαϊκή αντίδραση στην τάξη πραγμάτων που φιλοδοξεί να χτίσει ο πλανητάρχης. Ταυτόχρονα, βέβαια, αναγνωρίζουν πως κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η συγκεκριμένη κουβέντα, όμως, είναι επείγουσα. Είναι γιατί όλα δείχνουν ότι ο κόσμος δεν λειτουργεί πια με τις αρχές και τις αξίες πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Οι Ευρωπαίοι δεν έχουν την πολυτέλεια να την αναβάλλουν. Ειδικά οι εκπρόσωποι των μικρότερων χωρών – όπως η ελληνική κυβέρνηση, για παράδειγμα – καλούνται από την πραγματικότητα να αναλογιστούν σοβαρά ποιες είναι οι αληθινά «ισχυρές συμμαχίες» που εξασφαλίζουν την «υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντός» τους. Εκείνες στις οποίες έχουν λόγο ως ισότιμοι εταίροι; Ή οι άλλες, που προσπαθούν να δημιουργήσουν με μια Ουάσιγκτον η οποία ευαγγελίζεται την επιβολή του σιδηρού νόμου της αρχής της ιστορίας;







