«Παππού, γιαγιά, χρόνια πολλά»: αυτές ήταν οι πρώτες κουβέντες των οκτώ παιδιών μόλις αντίκρισαν τον κ. Γιάννη και την κ. Ντίνα. Οι αγκαλιές και τα φιλιά έδιναν και έπαιρναν και η οικογενειακή ατμόσφαιρα είχε γεμίσει το σπίτι. Η συγκίνηση μεγάλη – ακόμη και για τους… παρατηρητές – και γίνεται ακόμη μεγαλύτερη εάν αναλογιστεί κανείς πως οι δύο ηλικιωμένοι και τα παιδιά που είχαν μπροστά τους δεν έχουν καμία συγγενική σχέση, αντίθετα έχουν μια σχέση στοργής και αγάπης.

Οπως μπορεί ο καθένας να καταλάβει, λοιπόν, αυτό ήταν ένα εντελώς διαφορετικό γεύμα. Δεν έγινε σε κάποιο εστιατόριο ούτε ο φιλοξενούμενος της στήλης ήταν μόνο ένας. Αντίθετα, έλαβε χώρα σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Καλλιθέα και γύρω από το τραπέζι καθίσαμε τουλάχιστον 15 άτομα.

Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή. Ο Γιάννης και η Ντίνα Λαζαρίδη «άνοιξαν» το σπίτι τους, ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού, για να γιορτάσουν την ονομαστική γιορτή του 85χρονου με αγαπημένα τους πρόσωπα. Και ποια ήταν αυτά; Οκτώ προσφυγόπουλα – όλα τους κορίτσια με καταγωγή από τη Συρία και το Ιράκ – από τη δομή του Σχιστού, συνοδευόμενα από τέσσερις συντονίστριες εκπαίδευσης προσφύγων της δομής.

Η κ. Ντίνα είχε ξεκινήσει τις ετοιμασίες για το γιορτινό τραπέζι τουλάχιστον ένα 24ωρο πριν. Οι τοίχοι του σπιτιού είχαν γεμίσει μπαλόνια «για να χαρούν τα παιδιά». Αλλωστε, όπως θα πει την ώρα που μετέφερε τα πιάτα από την κουζινούλα στο σαλόνι του διαμερίσματος, πάντα τη συγκινούσαν τα παιδιά – η ίδια είναι μητέρα δύο παιδιών και γιαγιά τριών εγγονιών -, ιδίως εκείνα που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη, παιδιά του πολέμου, παιδιά με ειδικές ανάγκες.

Τα κορίτσια από τη δομή, αφού πήραν άδεια από τις οικογένειές τους, έβαλαν τα καλά τους για τη γιορτή, από τη μικρή Νουρ μέχρι τη μεγαλύτερη Μάγια. Για έξι από τα οκτώ παιδιά, οι φιγούρες του κ. Γιάννη και της κ. Ντίνας δεν ήταν ξένες. Είχαν βρεθεί τα προηγούμενα καλοκαίρια στο νησί, γι’ αυτό και οι αγκαλιές με τη «γιαγιά» και τα χαμόγελα στον «παππού» ήταν κάτι απόλυτα φυσικό. Οι «καινούργιες» της μεγάλης αυτής οικογένειας ήταν δύο μαθήτριες Γυμνασίου, αδερφές από το Ιράκ, που βρίσκονται στη χώρα μας από το 2018 και οι οποίες αμέσως εγκλιματίστηκαν.

Η γαλοπούλα, το σουφλέ μανιταριών, οι σαλάτες, το ρύζι με τη σάλτσα σερβιρίστηκαν και η κ. Ντίνα συμπεριφερόταν όπως κάθε ελληνίδα γιαγιά, υπενθυμίζοντας συχνά στις μικρές καλεσμένες να φάνε το φαγητό τους και να προσθέσουν λίγο ακόμη στο πιάτο τους.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ζεύγος Λαζαρίδη καλωσορίζει στο σπίτι του προσφυγόπουλα. Για την ακρίβεια, είναι η δεύτερη χρονιά που υποδέχεται στο δυάρι της Καλλιθέας παιδιά από τη συγκεκριμένη δομή. Ωστόσο, η αγκαλιά του ηλικιωμένου ζευγαριού, το οποίο είναι μαζί εδώ και 65 χρόνια, είναι πάντα ανοιχτή για τα παιδιά αυτά και το έχουν αποδείξει τα τελευταία 33 χρόνια, από τότε που για πρώτη φορά αποφάσισαν να φιλοξενήσουν παιδιά του πολέμου για μία εβδομάδα το καλοκαίρι στα ενοικιαζόμενα δωμάτια που διαθέτουν στη Σίφνο.

«Με αυτά τα κορίτσια που ήρθαν σήμερα στο σπίτι μας φτάσαμε αισίως τα 700 παιδιά που έχουμε υποδεχθεί όλα αυτά τα χρόνια στο νησί αλλά και εδώ στην Αθήνα», θα πει με περηφάνια ο κ. Γιάννης, καθισμένος στο αναπηρικό αμαξίδιο στην… κεφαλή του τραπεζιού. Τρεις δεκαετίες τώρα, δεν παρεξέκλινε καθόλου από τη φράση που του είχε πει ο παππούς του: «Εάν μπορείς να κάνεις το καλό; Κάν’ το. Κακό μόνο μην κάνεις».

«Δεν θα μπορούσα να κάνω κι αλλιώς. Σε έναν βαθμό καταλαβαίνω αυτά τα παιδιά. Εχω ανάλογα βιώματα», μου διευκρινίζει. Ο ίδιος γεννήθηκε στις Χαλκιάδες Φαρσάλων. Εκεί ζούσε μέχρι την ηλικία περίπου των πέντε ετών, στα χρόνια της Κατοχής, όταν οι Γερμανοί έβαλαν φωτιά στο σπίτι και το μαγαζί του πατέρα του, ως αντίποινα για τα αριστερά του φρονήματα, ο οποίος βέβαια κατάφερε να διαφύγει στα βουνά με το άλογό του. «Θυμάμαι τότε να βάζουμε τα λιγοστά υπάρχοντά μας σε ένα κάρο και να πηγαίνουμε στον Βόλο.

Αναγκαστήκαμε να μείνουμε σε έναν μικροσκοπικό χώρο και τότε γνωρίσαμε και τη φτώχεια που δεν την ξέραμε στο χωριό», θυμάται κι αρχίζει να μου απαριθμεί τις δουλειές που χρειάστηκε να κάνει για να ζήσει η οικογένειά του: «Πουλούσα τσιγάρα, πήγαινα έξω από τον Βόλο, μάζευα δύο καλάθια πορτοκάλια και τα πουλούσα, ακόμη και ψάρια πουλούσα που μου έδιναν οι ψαράδες από το λιμάνι. Οπότε καταλαβαίνω πολύ καλά τι σημαίνει γι’ αυτά τα παιδιά να στερούνται βασικά πράγματα και κυρίως να στερούνται στιγμές χαράς και ανεμελιάς».

Στη Σίφνο ο Γιάννης Λαζαρίδης πήγε πρώτη φορά για δουλειά ως νεαρός οικοδόμος και δεν έφυγε ποτέ, καθώς πριν από 61 χρόνια παντρεύτηκε την κ. Ντίνα, που είχε καταγωγή από το κυκλαδίτικο νησί.

Η προσπάθεια, λοιπόν, ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν παιδιά από τον πόλεμο της Βοσνίας έφτασαν στο νησί για διακοπές. «Ενας εκπαιδευτικός, με καταγωγή από τα Τρίκαλα, που υπηρετούσε στο νησί, με πλησίασε και με ρώτησε εάν θα μπορούσαμε να φιλοξενήσουμε παιδιά από τη Βοσνία. Τότε ήμουν πρόεδρος του εργατικού κέντρου του νησιού, διετέλεσα δημοτικός σύμβουλος, ήταν μια εποχή που δεν υπήρχαν μεγάλα οικονομικά προβλήματα. Κι έτσι κάπως ξεκινήσαμε».

Το ζευγάρι υποδέχθηκε, δύο καλοκαίρια, παιδιά από τη συγκεκριμένη χώρα. «Μετά ξεκίνησαν τα τηλεφωνήματα από διάφορες περιοχές της χώρας. Από Θεσσαλονίκη, από τη Νέα Σμύρνη, με αίτημα πάντα τη φιλοξενία παιδιών που είχαν ανάγκη. Ακόμη κι όταν έχασα τον μεγάλο μου αδερφό, αποφάσισα στη μνήμη του να φιλοξενήσουμε παιδιά από το ορφανοτροφείο Βόλου», θυμάται ο κ. Γιάννης. Παιδιά από τη Γεωργία, ανήλικα που ζούσαν σε δομές παιδικής προστασίας και σε οργανισμούς, όπως το Χαμόγελο του Παιδιού, αλλά και άτομα – ακόμη και ενήλικα – με αναπηρία έκαναν για μία εβδομάδα διακοπές στη Σίφνο, αφήνοντας πίσω κάθε πικρή και τραυματική ανάμνηση αλλά και τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

Από το 2017, διακοπές… ανθρωπιάς – όπως έχει καθιερωθεί να λέγονται – κάνουν προσφυγόπουλα από τη δομή του Σχιστού. Κάθε χρόνο, στις αρχές του καλοκαιριού, περίπου 15 παιδιά από διάφορες χώρες – από το Αφγανιστάν, την Ουκρανία, το Ιράκ, τη Συρία, το Κονγκό, την Ανγκόλα και το Ιράν – ετοιμάζουν βαλίτσες και μπαίνουν στο πλοίο της γραμμής. Ολα τα απαραίτητα που χρειάζονται για τη μία αυτή εβδομάδα διακοπών – από τα αντηλιακά μέχρι τα μαγιό, τις πετσέτες και τον εξοπλισμό παραλίας – καλύπτονται από προσφορές.

Τις εκδρομές συνδιοργανώνει και συντονίζει η συντονίστρια Εκπαίδευσης Προσφύγων της δομής του Σχιστού, Ελενα Καραγιάννη, μαζί με ακόμη τρεις συνοδούς. Για κάποια από τα παιδιά αυτά η θάλασσα αποτελεί μια τραυματική εμπειρία, αφού η πρώτη τους… γνωριμία έγινε κάτω από τις αντίξοες συνθήκες ενός επικίνδυνου ταξιδιού. «Το σίγουρο είναι ότι στην κουλτούρα των παιδιών δεν υπάρχουν οι καλοκαιρινές διακοπές.

Γι’ αυτό και είναι τόσο σημαντική αυτή η πρωτοβουλία που ξεκίνησε το ζευγάρι. Μάλιστα, οι διακοπές αυτές λειτουργούν και σαν κίνητρο για το σχολείο, τα παιδιά που παρακολουθούν τακτικά μπορούν να συμμετέχουν στην καλοκαιρινή εκδρομή», προσθέτει η Ε. Καραγιάννη, λίγα λεπτά πριν η κ. Ντίνα κόψει τη βασιλόπιτα.

Αξίζει να σημειωθεί πως στη δομή του Σχιστού υπάρχουν σήμερα περίπου 100 παιδιά σχολικής ηλικίας, ενώ πλέον φιλοξενούνται πρόσφυγες και μετανάστες με ειδικές ανάγκες, τόσο ενήλικοι όσο και παιδιά. Ωστόσο, για τα άτομα αυτά δεν υπάρχει – τουλάχιστον προς το παρόν – υποστηρικτικό πλαίσιο ούτε πρόβλεψη για εκπαίδευση.

Δίκτυο αλληλεγγύης

Από το 1993 μέχρι σήμερα, την πρωτοβουλία που ξεκίνησαν ο κ. Γιάννης και η κ. Ντίνα την έχει «αγκαλιάσει» όλο το νησί, καθώς όλοι – επαγγελματίες και μη – έχουν στήσει ένα δίκτυο αλληλεγγύης, στηρίζοντας τις διακοπές των παιδιών αυτών. Για τους κατοίκους και τις περισσότερες επιχειρήσεις οι «μικροί τουρίστες» είναι οι επίσημοι προσκεκλημένοι: φούρνοι δίνουν σνακ και βουτήματα, εστιατόρια καλύπτουν τα γεύματα, καφετέριες σερβίρουν το πρωινό τους, ακόμη και τα τουριστικά καταστήματα γεμίζουν τα παιδιά με σουβενίρ και δώρα.

Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια ο Δήμος Σίφνου έχει αναλάβει τη διαμονή των προσφυγόπουλων σε ενοικιαζόμενα δωμάτια του νησιού. Πάντα, όμως, η ομάδα των παιδιών θα περάσει από το σπίτι του ζευγαριού, όπου η κ. Ντίνα θα ετοιμάσει φαγητό για τα παιδιά και τους συνοδούς, θα φάνε στη βεράντα και θα βάλουν μουσική για να χορέψουν. «Δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο από τα χαμόγελα των παιδιών».

Ο «παππούς και η γιαγιά» μοιράζουν τον χρόνο τους μεταξύ Αθήνας και Σίφνου και ήδη σχεδιάζουν το ταξίδι τους στο νησί τον ερχόμενο Μάρτη, όπου θα προετοιμαστούν για να υποδεχθούν μία ακόμη ομάδα μικρών. «Κάποια από τα παιδιά που είχαμε φιλοξενήσει τις πρώτες χρονιές έχουν πια παντρευτεί. Με ορισμένα, μάλιστα, κρατάμε επαφή», λέει η κ. Ντίνα.

Το παράδειγμα που εδώ και τρεις δεκαετίες δίνει το ζεύγος Λαζαρίδη έχει μαθευτεί εντός κι εκτός συνόρων. Η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έκανε αφιέρωμα στην ανθρωπιστική δράση του ζευγαριού, ενώ πριν από περίπου τρία χρόνια το όνομα του Γιάννη Λαζαρίδη ήταν να συμπεριληφθεί στη λίστα με εκείνους που θα λάμβαναν τιμητική διάκριση για την προσφορά τους από την τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, βράβευση που όμως δεν προχώρησε.

Πέρα από την ίδια την πρωτοβουλία αλλά και τη δημιουργία του δικτύου αλληλεγγύης στο νησί, το ενθαρρυντικό είναι πως προσπάθειες σαν αυτή του κ. Γιάννη και της κ. Ντίνας βρίσκουν δειλά δειλά μιμητές. Ισως το μόνο που χρειάζεται είναι άνθρωποι να μπουν μπροστά για να… ανοίξουν τον δρόμο.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.