Το μισό διαμέρισμα του γνωστού ποινικολόγου Αλέξανδρου Λυκουρέζου είναι γεμάτο με τις φωτογραφίες της Ζωής Λάσκαρη – ανάμεσά τους και η περίφημη φωτογράφισή της στη Δήλο – και το άλλο μισό ή ένα, τέλος πάντων, εξέχον μέρος καταλαμβάνει το αρχείο του εύτακτα ταξινομημένο. Μια τεράστια δυσκολία για έναν δημοσιογράφο είναι να βάλει σε μια σειρά τον γεμάτο βίο του Λυκουρέζου, τις συναρπαστικές ιστορίες από τις αίθουσες δικαστηρίων αλλά και από την μποέμικη ζωή του που τοιχογραφεί μια Ελλάδα προφορικότητας, παρέας, συναντήσεων, μυθικών προσώπων. Εφ’ όλης της ύλης – όσο γίνεται – μιλάει στα «ΝΕΑ» για μερικές πτυχές της διαδρομής του. Με διαύγεια, άριστα ελληνικά και με το πένθος της απώλειας μετακενωμένο σε μια εντεινόμενη δραστηριότητα, επαγγελματική και προσωπική.

Σας λείπει η Ζωή;

Είναι εδώ. Ο χρόνος δεν έχει αλλάξει τη σχέση μου με τη Ζωή. Υπήρξε 41 χρόνια γυναίκα μου και ουσιαστικά παραμένει. Οι πολλές φωτογραφίες που βλέπετε δεν αναπληρώνουν τη φυσική παρουσία της, αλλά με λίγη φαντασία όλα γίνονται. Το κενό είναι δυσαναπλήρωτο. Σημασία έχουν τα 41 έτη κοινού βίου με όλες τις πιθανές διακυμάνσεις. Το τελικό ισοζύγιο; Υπέροχο!

Πώς ήταν η Ζωή;

Ευαίσθητη, εκρηκτική, ταλαντούχα, ερωτική, δυνατή, αφοσιωμένη. Θα μπορούσα ώρες να την περιγράφω.

Πώς γνωριστήκατε;

Ηλθε στο γραφείο μου ως πιθανή πελάτισσα. Είχε ένα συμβόλαιο για περιοδεία στη Γερμανία και είχε δημιουργηθεί πρόβλημα με τον αντισυμβαλλόμενο. Το ωραιότερο; Δεν τη γνώριζα.

Πώς γίνεται;

Τα έργα της δεν τα είχα παρακολουθήσει. Κατά την Επταετία δεν ήμουν στην Ελλάδα. Και πριν από το 1967 δεν είχα δει τις ταινίες της.

Μα ήταν μαζικές ταινίες.

Της το έλεγα και γελούσαμε. Τότε έκανα παρέα με τον Νίκο Κούνδουρο, τον Μιχάλη Κακογιάννη και άλλους. Θεωρούσαμε τις ταινίες του Φίνου ή του Καραγιάννη εμπορικές. Αλλο που λίγο μετά οι ίδιοι άνθρωποι ανακάλυψαν τη γοητεία και τη σημασία αυτού του κινηματογράφου. Μόλις την είδα στο γραφείο μου, ανέλαβα την υπόθεσή της. Λίγο μετά της έκανα πρόταση για δείπνο στην παραδοσιακή ταβέρνα του Ζαφείρη στην Πλάκα. Από κει ξεκίνησε η κοινή μας πορεία.

Εσείς είχατε παντρευτεί πριν.

Είχα παντρευτεί το 1966 την Αλίσια. Ζήσαμε στο εξωτερικό. Εγώ γύρισα από το Παρίσι μόνος τον Ιανουάριο του 1974. Είχαμε ήδη χωρίσει.

Αναλαμβάνετε τότε το γραφείο του πατέρα σας;

Οχι. Το γραφείο το είχε ιδρύσει ο παππούς μου Κωνσταντίνος που ήταν εισαγγελέας Εφετών. Το 1910 εκδιώχθηκε μαζί με άλλους τέσσερις από το Σώμα ως φιλοβασιλικός. Τότε ο παππούς δημιούργησε το δικηγορικό του γραφείο στην οδό Σίνα. Πολιτεύτηκε, ήταν βουλευτής Μεσσηνίας, έγινε υπουργός Θησαυρού στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη λίγο πριν από την τραγωδία του 1922.

Θησαυρού;

Ναι. Για πρώτη φορά αποκόπηκε ένα κομμάτι από το υπουργείο Οικονομικών και είχε ως αρμοδιότητα τη χρηματοδότηση του εκστρατευτικού σώματος στη Μικρά Ασία. Οταν πέθανε ο παππούς μου, ο πατέρας μου συνέχισε την πολιτική και τη δικηγορία, και εγώ είμαι η τρίτη γενιά. Τον πατέρα μου συνέλαβαν τον Μάιο του 1967 οι χουντικοί. Τον Ιούλιο του 1967 το γραφείο έκλεισε κι εγώ έφυγα. Το 1968 ο πατέρας μου πέθανε. Οταν γύρισα τον Ιανουάριο του 1974, ξεκίνησα από το μηδέν. Νοίκιασα στη Σόλωνος ένα μικρό διαμέρισμα και συνέχισα τη δικηγορική δραστηριότητα που είχα ξεκινήσει το 1961.

Μηνύετε τη χούντα τότε.

Η μήνυση έγινε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1974.

Γιατί;

Μόλις έγινε το πραξικόπημα, από την πρώτη στιγμή ήμουν κάθετα αντίθετος. Με δύο φίλους και τον Γιώργο Κουρή αποφασίσαμε να κινητοποιηθούμε. Κάτι όμως πήγε στραβά, πιάσανε έναν της παρέας. Τον Ιούλιο του 1967 έφυγα, πήγα αρχικά στο Λονδίνο και μετά στο Παρίσι. Λίγους μήνες μετά την επιστροφή μου τον Ιανουάριο του 1974 μεσολάβησε το Κυπριακό. Δεν μπορούσα να αποδεχθώ ότι οι στρατιωτικοί που είχαν ανατρέψει τη Βασιλευομένη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία κυκλοφορούσαν ελεύθεροι, καθώς δεν είχε κινηθεί καμία διαδικασία κυρώσεων εναντίον τους. Ετσι συνέταξα το κείμενο μήνυσης με τον τότε ασκούμενο δικηγόρο κύριο Πέτρο Μακρή – Στάικο. Κατέθεσα τη μήνυση στον εισαγγελέα – έμεινε έκπληκτος – και έτσι ξεκίνησε η όλη διαδικασία. Υστερα από λίγο διάφοροι συνάδελφοί μου με κατηγόρησαν πως δεν συμπεριέλαβα το αδίκημα της στάσης. Αυτό προέβλεπε τη θανατική ποινή. Απάντησα πως το έκανα σκόπιμα γιατί αν είχα ενσωματώσει και το αδίκημα της στάσης θα αναλάμβανε την ανάκριση το Στρατοδικείο που τότε πίστευα πως ελέγχεται ακόμη από τη χούντα. Εκ των υστέρων, ασκήθηκε δίωξη και για το αδίκημα της στάσης της.

Τους πρωταίτιους τους υπερασπίζεται τότε κάποιος;

Ναι, βέβαια. Μια ομάδα δικηγόρων, όπως ο Αλφαντάκης, ο Διαλυνάς κ.ά. Εμείς δεν ήμασταν απέναντι. Δεν είχαμε δικαίωμα να δηλώσουμε παράσταση πολιτικής αγωγής αφού κάτι τέτοιο δικαιούται μόνον ο άμεσα ζημιωθείς από την πράξη. Είχα τότε υποστηρίξει ότι θα μπορούσαν να δηλώσουν παράσταση πολιτικής αγωγής έλληνες πολίτες που θεωρούσαν ότι είχαν προσβληθεί ηθικά, κοινωνικά και πολιτικά από το έγκλημα των στρατιωτικών. Η άποψή μου αυτή και ορθά δεν είχε γίνει δεκτή. Τόσο εγώ όπως και άλλοι εξεταστήκαμε ως μάρτυρες κατηγορίας.

Τι θυμάστε;

Το κλίμα ήταν ήρεμο. Το διατηρούσαν ο τότε πρόεδρος του δικαστηρίου Ιωάννης Ντεγιάννης και οι εισαγγελείς Σταμάτης και Κανίνιας. Κρατούσαν τις ισορροπίες. Και οι κατηγορούμενοι δεν είχαν κάνει έντονα επεισόδια. Κάθε τόσο η υπεράσπιση έκανε ενστάσεις. Το δικαστήριο τους έκρινε ενόχους. Μετά ακολούθησε η δίκη του Πολυτεχνείου και η δίκη των βασανιστών. Εκεί εκπροσώπησα κάποια θύματα που είχαν δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής. Επειτα από 15 χρόνια, με άρθρο μου στην εφημερίδα «Ακρόπολη» ζήτησα να αποφυλακιστούν οι αξιωματικοί, με το επιχείρημα πως με βάση το ΠΔ του Ιουλίου του 1974 μία από τις ενστάσεις της υπεράσπισης ήταν νομικά βάσιμη. Με στήριξε ο Ανδρέας Λεντάκης.

Αυτό είχε αντιδράσεις;

Οταν κατέθεσα μήνυση κατά της χούντας, δέχθηκα απειλές από φιλοχουντικούς. Και όταν ζήτησα την αποφυλάκισή τους, απειλήθηκα από την άλλη πλευρά.

Το 1968 πάντως βρίσκεστε και στο εξεγερμένο Παρίσι.

Ημουν στο Λονδίνο. Κατέβηκα στο Παρίσι κι έμεινα λίγο ζώντας τον Μάη.

Πώς ήταν το κλίμα;

Συγκλονιστικό. Δεν ήμουν στις συγκρούσεις. Στο Παρίσι τότε ήταν ο φίλος μου ο Κούνδουρος, ο Ράμφος και πολλοί άλλοι Ελληνες. Δεν συμμετείχα στις πανεπιστημιακές συζητήσεις, αλλά έζησα την ατμόσφαιρα.

Το 1968 ο Λυκουρέζος είναι δεξιός ή κεντρώος;

Είμαι ένας αμετανόητος φιλελεύθερος αστός που κατά καιρούς έχει φάει καρπαζιές και από αριστερά και από δεξιά. Η μήνυση κατά της χούντας δεν ήταν πράξη δεξιού. Το ξύλο που έφαγα το 1961 από αστυνομικούς και η μήνυση εναντίον τους δεν ήταν πράξη δεξιού.

Τι έγινε τότε;

Εχει έρθει ο Γκαγκάριν στην Ελλάδα. Οργανώνεται μια υποδοχή στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Εγώ νέος τότε, με τον φίλο μου Παπακυριακόπουλο, ανεβαίναμε από την οδό Μητροπόλεως προς το Σύνταγμα. Πήγαινα στο γραφείο μου στην οδό Αλεξάνδρου Σούτσου. Ξαφνικά βλέπω, κοντά σε ένα περίπτερο, στην είσοδο της Φιλελλήνων, μια ομάδα αστυνομικών να δέρνουν κάποιον. Η αδρεναλίνη μου ανεβαίνει και τρέχω. «Τι τον χτυπάτε;» τους ρωτάω. Τον εγκαταλείπουν, αρχίζουν να με χτυπάνε και με πάνε σηκωτό στην οδό Λέκκα, στην πρώτη Αστυνομική Υποδιεύθυνση (ο πατέρας μου τη διετία 1952-54 ήταν υπουργός Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης). Με κράτησαν στο τμήμα 2-3 ώρες και αφού με άφησαν την επομένη κατέθεσα μήνυση κατά αγνώστων. Την προανάκριση ανέλαβε ο τότε εισαγγελέας Φλώρος, ο οποίος δεν μπορούσε να εντοπίσει τους ενόχους του ξυλοδαρμού μου και της παράνομης κατακράτησής μου. Κάποια μέρα όμως στο πλαίσιο της προανάκρισης ένας αστυνομικός αποκάλυψε ότι την παράνομη εντολή είχε δώσει ο αστυνομικός διευθυντής του, ο οποίος τελικά παραπέμφθηκε σε δίκη και καταδικάστηκε. Με στήριξαν όλοι οι δικηγορικοί σύλλογοι. Επειδή υποπτευόμουν ότι θα με χαρακτήριζαν οι αστυνομικοί ταραξία, είχα προτείνει μάρτυρές μου τον Κωνσταντίνο Τσάτσο και τον Γεώργιο – Αλέξανδρο Μαγκάκη.

Δεν ήσασταν δεξιός λοιπόν.

Ακου τώρα κάτι απίστευτο. Οταν ήμουν υποψήφιος βουλευτής το 2000, στις προεκλογικές περιοδείες πήγαινα σε λαϊκές. Μια μέρα στην Κυψέλη έρχεται ένας κύριος και μου λέει: «Με θυμάστε; Εγώ ήμουν που σώσατε από το ξύλο το 1961». Ηταν φωτογράφος της «Αυγής». Η τρίτη κίνησή μου που δεν μπορεί να θεωρηθεί δεξιά κίνηση ήταν η μήνυση κατά της στρατιωτικής ηγεσίας του ΝΑΤΟ για βομβαρδισμούς στη Σερβία. Υπέγραψε και ο Μίκης. Τη μήνυση αυτή κατέθεσα στην αρμόδια εισαγγελέα στη Χάγη, αλλά δυστυχώς έμεινε στο συρτάρι της!

Υπάρχει η δίκη της ζωής σας;

Οι μεγάλες δίκες πάντα αφήνουν τη σφραγίδα τους. Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μία ως την κορυφαία, πάντως θυμάμαι μια δίκη με ιδιαίτερο πολιτιστικό ενδιαφέρον. Είχε χαρακτηριστεί ως άσεμνο ένα βιβλίο του Σαρτρ και είχε παραπεμφθεί στο δικαστήριο ο εκδότης. Τον υπερασπίστηκα και τελικά σε δεύτερο βαθμό αθωώθηκε, διότι κρίθηκε πως βιβλίο του Σαρτρ δεν μπορούσε να θεωρείται άσεμνο.

Αλλη;

Η Δίκη του Μνημονίου. Τον Ιανουάριο του 1967 η εφημερίδα «Ελευθερία» του Πάνου Κόκκα είχε δημοσιεύσει ένα μεγάλο κείμενο που αποτύπωνε πρακτικά μια συνάντηση μεταξύ του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, αρχηγού τότε της ΕΡΕ, της Ελένης Βλάχου και του τότε γραμματέα του βασιλιά κυρίου Μπίτσιου, αν θυμάμαι καλά. Στο μνημόνιο αυτό εμφανίζονταν ότι απέργαζονταν συνταγματική εκτροπή. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και η Ελένη Βλάχου κατέθεσαν μήνυση εναντίον του Κόκκα για πλαστογραφία και συκοφαντική δυσφήμηση. Στην προδικασία ο Κόκκας αθωώθηκε από το αδίκημα της πλαστογραφίας και παραπέμφθηκε να δικαστεί για συκοφαντική δυσφήμηση των δύο μηνυτών του. Η δίκη άρχισε στις 15 ή 16 Απριλίου του 1967. Μάρτυρες κατηγορίας, ο εν ενεργεία τότε πρωθυπουργός Παναγιώτης Κανελλόπουλος και σχεδόν ολόκληρο το υπουργικό συμβούλιο.

Το ερώτημα ήταν, φαντάζομαι, πού βρήκε

το χαρτί…

Αυτό το ερώτημα έθετε συνέχεια το δικαστήριο, αλλά ο Κόκκας ως συνεπής και υπεύθυνος δημοσιογράφος – εκδότης διατηρούσε το απόρρητο της πηγής του. Το κλίμα της δίκης ήταν πολύ δυσμενές για τον κατηγορούμενο και καθώς η «Ελευθερία» είχε δικαιωθεί σε δύο προηγούμενες μεγάλες δίκες, στη μία με μηνυτή τον τότε πανίσχυρο οικονομικό παράγοντα Στρατή Ανδρεάδη και στην άλλη για περιύβριση αρχής του στρατηγού Καρδαμάκη, έπρεπε και τώρα να αποφύγουμε την καταδίκη που ενόψει των εκλογών που είχαν προγραμματιστεί για τις 10 Μαΐου θα είχε αρνητικές επιπτώσεις για την κεντρώα παράταξη. Ετσι στις 20 Απριλίου το βράδυ ο Κόκκας και οι συνήγοροί του Στεφανάκης και Λυκουρέζος ζητήσαμε από το δικαστήριο να διαταχθεί αυτοψία σε όλες τις γραφομηχανές του κόμματος της ΕΡΕ προκειμένου να διαπιστωθεί πως εκεί είχε δακτυλογραφηθεί το μνημόνιο. Οταν το δικαστήριο απέρριψε το αίτημα της υπεράσπισης, δηλώσαμε ότι αποχωρούμε από τη διαδικασία καταγγέλλοντας το δικαστήριο για φιλοκυβερνητική στάση με στόχο να καταστήσουμε αναξιόπιστη την καταδίκη του πελάτη μας που έμοιαζε βεβαία. Και ενώ την επόμενη μέρα 21 Απριλίου ο Κόκκας θα εμφανιζόταν μόνος του και σιωπηλός στο δικαστήριο, μεσολάβησε το πραξικόπημα και τόσο η Βλάχου όσο και ο Κανελλόπουλος ανακάλεσαν τη μήνυσή τους, αφού τότε όλοι βρεθήκαμε στο ίδιο αντιχουντικό στρατόπεδο.

«Ο Μάνος στο πιάνο,

η Μελίνα στα γόνατα και ο Μίκης όρθιος τραγουδούν όλοι μαζί»

Παρότι δικηγόρος, είστε αρκετά φιλότεχνος.

Η πρώτη μου αγάπη ήταν η αρχιτεκτονική, μετά το θέατρο και τρίτη τα νομικά.

Με τον Μάνο Χατζιδάκι πώς συνδεθήκατε;

Υπήρξα δικηγόρος του. Γίναμε καλοί φίλοι. Κάποια μέρα το φθινόπωρο του 1952, αν θυμάμαι καλά, ένας κοινός μας φίλος μού σύστησε στο «ορθάδικο» του Λουμίδη στη οδό Βουκουρεστίου έναν παχουλό φαντάρο, ήταν ο Χατζιδάκις, που αντιμετώπιζε εκείνη την εποχή ένα πρόβλημα. Είχε κληθεί στη Ρώμη το ελληνικό χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου για να παρουσιάσει τις «Εξι λαϊκές ζωγραφιές» και τον Καραγκιόζη με τη συνοδεία δύο πιάνων. Στο ένα θα έπαιζε ο Μάνος και στο άλλο ο Γιάννης Παπαδόπουλος. Στον Μάνο όμως δεν έδιναν άδεια να βγει από την Ελλάδα, αφού υπηρετούσε τη θητεία του. Μου ζήτησαν λοιπόν να μεσολαβήσει ο πατέρας μου που ήταν τότε υπουργός, η άδεια δόθηκε και η παράσταση στη Ρώμη έγινε και χειροκροτήθηκε. Αργότερα το 1970 στο Παρίσι είχα μεσολαβήσει για να συμφιλιώσω τον Μάνο με τη Μελίνα και τον Μίκη!

Για πείτε.

Μετά το πραξικόπημα η Μελίνα αφοσιώθηκε με πάθος στον αντιδικτατορικό αγώνα εκτός Ελλάδας. Παρόλο που λάτρευε τον Μάνο, είχε πολύ θυμώσει με τη στάση του καθώς συναντούσε στην Αθήνα τον υπουργό Μακαρέζο για τη ρύθμιση κάποιων οικονομικών θεμάτων που τον απασχολούσαν. Ο Μάνος ζούσε τότε στη Νέα Υόρκη, αλλά ερχόταν τακτικά και στο Παρίσι. Πήρα λοιπόν την πρωτοβουλία να προγραμματίσω μια συνάντηση του Μάνου με τη Μελίνα για να γεφυρωθεί το χάσμα και να υπάρξει συμφιλίωση. Την εποχή εκείνη είχε δημιουργήσει το έργο «Μελισσάνθη». Ετσι μια μέρα του ’70, δεν θυμάμαι ακριβώς, πήγαμε με τον Μάνο και τον Μίκη στο σπίτι της Μελίνας. Ο ένας έπεσε στην αγκαλιά του άλλου και επήλθε μια εγκάρδια συμφιλίωση. Παρόντες ήσαν ο Ντασσέν και ο Κακογιάννης. Και η πιο συγκινητική στιγμή της βραδιάς, ο Μάνος στο πιάνο, η Μελίνα στα γόνατα και ο Μίκης όρθιος τραγουδούν όλοι μαζί.

Υπάρχει όριο ηθικό στην υπεράσπιση ενός εντολέα; Το ρωτώ γιατί έχετε υπερασπιστεί τον αστυνομικό Μελίστα στη δολοφονία Καλτεζά.

Ακόμα και σήμερα δεν με συμπαθούν στα Εξάρχεια, γειτονιά που αποφεύγω! Αθωώθηκε ο Μελίστας τότε με αντίδικο τον Κωνσταντόπουλο και τον Κουβέλη. Πέρασα μια κόλαση μετά το αποτέλεσμα αυτό, καθώς δεχόμουν απειλές και καίγανε τη φωτογραφία μου στο Πολυτεχνείο!

Γιατί το αναλάβατε;

Αν είχε έλθει πρώτη η πλευρά Καλτεζά, θα αναλάμβανα εκείνη. Δεν έχω ποτέ υπερασπιστεί κατηγορούμενο για παιδεραστία και τρομοκρατία.

Ο Ντοστογέφσκι λέει πως ο δικηγόρος είναι νοικιασμένη συνείδηση.

Και ποιος πληρώνει το ενοίκιο;

Δικηγορείτε σήμερα;

Συνεχίζω με δύναμη τη δικηγορική μου δραστηριότητα.