Τα γεγονότα είναι αμείλικτα. Αγανακτισμένοι πολίτες, στο κέντρο της Αθήνας, αυτοδικούν με σοκαριστική βιαιότητα εναντίον ενός ολοφάνερα αδύναμου τοξικοεξαρτημένου και ενώπιον άλλων, οι οποίοι παραμένουν ανατριχιαστικά απαθείς θεατές, τον οδηγούν στον θάνατο. Στην Καλαμάτα, τοπικός βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ εγκαλείται ως προδότης της Μακεδονίας και υφίσταται λεκτικές και σωματικές βιαιοπραγίες. Αντιεξουσιαστικές ομάδες εισβάλλουν ανενόχλητες σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους απειλώντας ανθρώπους και καταστρέφοντας περιουσίες. Ακροδεξιοί κατεβαίνουν και διεκδικούν βίαια την κυριαρχία στους δρόμους. Η εγκληματικότητα και η ανομία, χαμηλής έντασης κυρίως, είναι διάχυτες και πολλαπλασιαστικά αναπαραγόμενες από τον υπαρκτό κοινωνικό φόβο. Ολα αυτά, δε, εκτυλίσσονται στο σκηνικό των έρημων και βρώμικων δρόμων του Κέντρου, των κλειστών καταστημάτων και των γεμάτων με γκραφίτι προσόψεων ιδιωτικών και δημόσιων κτιρίων. Το εφιαλτικό δυστοπικό σκηνικό συμπληρώνουν οι εκατοντάδες τοξικοεξαρτημένοι οι οποίοι περιφέρουν τις σπαταλημένες ζωές τους σε διάφορα σημεία του Κέντρου, χωρίς καμιά μέριμνα από οπουδήποτε. Τα γεγονότα, πολλά και επαναλαμβανόμενα, αναταράσσουν διαρκώς το εγχώριο αστικό κοινωνικό τοπίο και το ανασυνθέτουν σχεδόν σαν έναν εν εξελίξει πίνακα του Ιερώνυμου Μπος.
Το παράδοξο είναι ότι αυτά που συμβαίνουν δεν θεωρούνται πλέον παράδοξα. Συμβαίνουν σε μια κοινωνία στην οποία η κρίση, εκτός από την οικονομική αποσάθρωση και τη διάλυση του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, επέφερε και την πλήρη απονομιμοποίηση του κράτους και των λειτουργιών του.
Το κράτος αφενός φαίνεται ότι έχασε την κατοχή του μονοπωλίου της φυσικής βίας και αδυνατεί να επιτελέσει την κατασταλτική του λειτουργία απέναντι στην κάθε είδους παραβατικότητα. Κάποιες φόρες βέβαια, όταν παρεμβαίνει, όπως στην περίπτωση του Ζακ, επιδεικνύει μια διαχειριστική ανικανότητα και μια εκτός κανόνων και ορίων βία. Σημειωτέον όμως ότι μόνο η θεσμική κρατική βία υπόκειται σε δημόσιο έλεγχο και κριτική.
Αφετέρου το κράτος αδυνατεί να επιτελέσει και την κοινωνική/προστατευτική του λειτουργία απέναντι στους οικονομικά αδύνατους και σε όσους έχουν πιο ειδικά προβλήματα, όπως οι περιπλανώμενοι χρήστες ναρκωτικών. Ετσι το κράτος, παραιτημένο σχεδόν, αποχωρεί σταδιακά από τον δημόσιο χώρο, ο οποίος καταλαμβάνεται από τις κάθε είδους και προσήμου εγκληματικές συμμορίες και τις βίαιες συμπεριφορές τους. Με αυτόν τον τρόπο η πανταχόθεν προερχόμενη βία εισχωρεί ολοένα και πιο βαθιά στην κοινωνία και από εξαίρεση τείνει να καταστεί κανονικότητα.
Το αίτημα της ασφάλειας δε, ενώ είναι ένα κατεξοχήν λαϊκό δικαίωμα, έχει εκχωρηθεί στη Δεξιά και κυρίως στην Ακροδεξιά, η οποία το εκμεταλλεύεται δεόντως πολιτικά και επιπλέον επιδοκιμάζει τη βίαιη, συχνά, αυτοδικία των συμπιεσμένων θυμάτων της παραβατικότητας. Ετσι όμως το σπιράλ της βίας και ο συνακόλουθος φαύλος κύκλος της είναι διαρκώς σε κίνηση, με αποτέλεσμα μια φοβική και ανασφαλή κοινωνία.
Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και όχι μόνο κατασκευασμένο από τα διαπλεκόμενα μέσα, όπως διατείνονται κάποιοι «αριστερόστροφοι» δημοσιολογούντες. Ούτε είναι αποτέλεσμα φασιστικού σχεδίου, όπως δηλώνουν κάποιοι υπουργοί. Ενα σημαντικό βήμα προς τη λύση του είναι η αποκατάσταση των λειτουργιών του κράτους της ελληνικής Δημοκρατίας χωρίς τις παθογένειες του παρελθόντος και τις ιδεοληψίες του κυβερνητικού παρόντος. Δεν είναι υψηλό και οραματικό, αλλά αναγκαίο. Είναι όμως εφικτό με την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων;
Ο Κώστας Καρακώτιας είναι νομικός - κριτικός βιβλίου