Η πρόσφατη δημοσίευση στοιχείων από την Eurostat φέρνει μια ανατροπή στην κατάταξη των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας.

Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν τρεισήμισι χρόνια, η Ισπανία παύει να βρίσκεται στην κορυφή της σχετικής λίστας με βάση το ποσοστό ανεργίας με εποχική προσαρμογή. Τη θέση αυτή καταλαμβάνει πλέον η Φινλανδία, με 10,6% τον Νοέμβριο του 2025, έναντι 10,4% της Ισπανίας. Και οι δύο, ωστόσο, απέχουν σημαντικά από τον μέσο όρο της ΕΕ, που κινείται στο 6%.

Στην ίδια κατάταξη, η Ελλάδα εμφανίζεται με ποσοστό ανεργίας 8,2%, χαμηλότερο από εκείνο της Ισπανίας και της Φινλανδίας, αλλά σαφώς υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και από χώρες με ισχυρότερες και πιο ανθεκτικές αγορές εργασίας. Η ελληνική θέση έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι τόσο για το απόλυτο μέγεθος του ποσοστού, όσο για το ιστορικό βάθος του προβλήματος.

Για περισσότερο από μια δεκαετία, η Ελλάδα αποτέλεσε το ακραίο παράδειγμα ανεργίας στην Ευρώπη, φτάνοντας σε πρωτοφανή επίπεδα κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης.

Υπενθυμίζεται ότι από το 2012 έως και το 2021 η Ελλάδα κατείχε σχεδόν αδιάλειπτα την πρώτη θέση στην ανεργία στην ΕΕ, με το ποσοστό να κορυφώνεται το 2013 στο 28,3%, το υψηλότερο που έχει καταγραφεί ποτέ στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Εκείνη την περίοδο, η ελληνική αγορά εργασίας λειτούργησε ως «βαρόμετρο» της κρίσης χρέους, των μνημονιακών πολιτικών και της βαθιάς ύφεσης, με μαζική απώλεια θέσεων εργασίας, ιδίως στους νέους και στους μακροχρόνια ανέργους.

Η σημερινή εικόνα δείχνει βελτίωση σε σχέση με εκείνα τα χρόνια, αλλά όχι οριστική υπέρβαση των δομικών αδυναμιών. Η ελληνική ανεργία έχει μειωθεί αισθητά, ωστόσο παραμένει υψηλή σε σύγκριση με την πλειονότητα των κρατών-μελών. Αυτό οφείλεται σε παράγοντες που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν το παραγωγικό και εργασιακό μοντέλο της χώρας: περιορισμένη βιομηχανική βάση, μεγάλη εξάρτηση από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες, υψηλή εποχικότητα και έντονη ευαισθησία του εργατικού δυναμικού στις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική περίπτωση λειτουργεί συχνά ως σημείο σύγκρισης για άλλες χώρες που αντιμετωπίζουν επιδείνωση των δεικτών τους. Η άνοδος της ανεργίας στη Φινλανδία, που αποδίδεται στον χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης, στη δημοσιονομική λιτότητα και στις γεωπολιτικές επιπτώσεις του κλεισίματος των συνόρων με τη Ρωσία, δείχνει ότι ακόμη και οικονομίες του Βορρά μπορούν να βρεθούν αντιμέτωπες με πιέσεις που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «προνόμιο» του Νότου.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τη Φινλανδία ή ακόμη και την Ισπανία, η ανεργία στην Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς συγκυριακό φαινόμενο. Είναι βαθιά συνδεδεμένη με τη δομή της οικονομίας, την ποιότητα των θέσεων εργασίας, τη χαμηλή επένδυση σε ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και κατάρτισης, αλλά και με τη μακροχρόνια αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης κατά τη δεκαετία της κρίσης. Παρά τις μεταρρυθμίσεις και τη σταδιακή επιστροφή της ανάπτυξης, τα χαρακτηριστικά αυτά εξακολουθούν να επηρεάζουν την αγορά εργασίας.

Η ευρωπαϊκή σύγκριση αναδεικνύει, τελικά, δύο διαφορετικές πραγματικότητες. Από τη μία, χώρες όπως η Φινλανδία βιώνουν μια απότομη επιδείνωση λόγω εξωτερικών και μακροοικονομικών σοκ. Από την άλλη, χώρες όπως η Ελλάδα κουβαλούν ένα βαρύ ιστορικό, στο οποίο η ανεργία υπήρξε για χρόνια το πιο ορατό σύμπτωμα μιας βαθύτερης κρίσης. Η σχετική υποχώρηση της Ελλάδας από την κορυφή των αρνητικών κατατάξεων δεν αναιρεί το βασικό συμπέρασμα: χωρίς αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο και χωρίς συστηματική επένδυση σε σταθερές, ποιοτικές θέσεις εργασίας, η ανεργία θα παραμένει ένας μόνιμος κίνδυνος, ακόμη και σε περιόδους οικονομικής ομαλότητας.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.