Ολα ξεκίνησαν τον κρύο χειμώνα του 2011, όταν κάπου εκεί στα στενά της Βικτώριας, σε έναν πολυχώρο με το εξερευνητικό όνομα «Παραπέρα», εννιά ποιητές και ποιήτριες στάθηκαν ενώπιον ενός πρόθυμου κοινού, για να διαβάσουν κάτι που από τον τίτλο κιόλας της εκδήλωσης, φαινόταν αν όχι εμπιστευτικό, πάντως, πολύτιμο: «Ενα ποίημα που με στηρίζει». Η συνέχεια, ίσως γιατί εκείνη η στήριξη αποδείχθηκε απαραίτητη σε περισσότερους, δεν άργησε να έρθει: στους μήνες που ακολούθησαν ακόμα περισσότεροι ποιητές, διαφόρων ειδών και γενεών, συναντήθηκαν για να αναγνώσουν ποιήματα δικά τους ή άλλων, ελληνικά μα και ξένα, διαβασμένα πότε στο πρωτότυπο και πότε σε μετάφραση, αλλά πάντως αδιαμεσολάβητα από αναλύσεις και σκηνοθεσίες.  Τιμητικά αφιερώματα στην Εμιλι Ντίκινσον, τον Καβάφη, τον Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, τον Τάκη Παπατσώνη ή την Ελένη Βακαλό, δεν έλειψαν - ομοίως και μια μεταστέγαση στην Ελληνοαμερικανική Ενωση. Ο τίτλος των μηνιαίων πια αναγνώσεων ήταν ήδη το αισιόδοξο «Με τα λόγια (γίνεται)» - εν συντομία, «μτλγ». Κι όπως εξηγεί ο επιμελητής τους, ο ποιητής και μεταφραστής Παναγιώτης Ιωαννίδης, γεννήθηκαν «επειδή έμοιαζε να λείπουν οι ευκαιρίες να ακούμε τα ποιήματα από τη φωνή αυτών που τα γράφουν ή τα μεταφράζουν, χωρίς φιλολογικό σχολιασμό, "θεατρικές" απαγγελίες ή "μουσικά χαλιά"».
Εξι χρόνια μετά, η έβδομη περίοδος του «μτλγ» ξεκινά στις 20 Νοεμβρίου, με μια εκδήλωση τύπου «open mic» - ελληνιστί, «ανοιχτού μικροφώνου»: οι ποιήτριες Αννα Γρίβα και Παβλίνα Μάρβιν θα απαγγείλουν στο Θέατρο της Ελληνοαμερικάνικης Ενωσης αδημοσίευτα ποιήματά τους, αφού προηγουμένως κάνει κάτι αντίστοιχο καθένας από τους δώδεκα πρώτους που, μισή ώρα πριν από την έναρξη της εκδήλωσης, θα έχει καταγράψει το όνομά του στη σχετική λίστα δήλωσης συμμετοχής.
Γιατί όμως τέτοια «δημοσιότητα»; Η ανάγνωση της ποίησης δεν είναι κυρίως ατομικό σπορ; «Αν θυμηθούμε ότι η ποίηση κατάγεται από το τραγούδι», απαντά ο Ιωαννίδης, «και σκεφτούμε ότι η σύγχρονη επιστήμη πιστεύει πως το τραγούδι προηγήθηκε της ομιλίας, τότε δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε περισσότερο γιατί το μοιρασμένο άκουσμα ενός ποιήματος μπορεί να έχει δύναμη πολλαπλάσια - ή, πάντως, πολύ διαφορετική - από την κατά μόνας σιωπηρή ανάγνωση. Επίσης, όπως είναι άλλο πράγμα η συναυλία, κι άλλο η ακρόαση ενός δίσκου, το να βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο τη στιγμή που ένα σώμα παράγει τη φωνή που λέει το ποίημα, είναι μια ολική αίσθηση: δηλαδή και σωματική, όχι μόνο διανοητική ή ψυχική».
Η δεύτερη εκδήλωση, στις 13 Δεκεμβρίου, είναι αφιερωμένη στην ποιήτρια Ζωή Καρέλλη. Πρόκειται για την αδελφή του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, αν και η συγγένειά της με τον πεζογράφο δεν είναι ο μοναδικός λόγος που ο Ιωαννίδης βρίσκει ταιριαστό για την περίπτωσή της το επίθετο «υποφωτισμένη». Για εκείνον, το έργο της Καρέλλη έχει επισκιαστεί, πρωτίστως γιατί είναι γυναίκα. Με την τρέχουσα εξαίρεση της Κικής Δημουλά, λέει, οι καλές ελληνίδες ποιήτριες - κι ας έχουν γράψει τα πιο ενδιαφέροντα ποιήματα από το 1970 ώς το 1990, κι ας έχει προηγηθεί η Ελένη Βακαλό - έχουν παραμεληθεί σε σχέση με τους άντρες. Ισως επίσης φταίει η επιπόλαιη κατηγοριοποίηση της Καρέλλη ως κυρίως «θρησκευόμενης» ποιήτριας ή ως ποιήτριας σχεδόν «του ενός έργου», και πιο συγκεκριμένα του ποιήματος «Η Ανθρωπος». «Κι έτσι», καταλήγει ο Ιωαννίδης, «έμειναν στην αφάνεια και ο ευρύς, υπαρξιακός λυρισμός της, και η σπάνια μουσική στοχαστικότητά της, και ο διάλογός της με τη λογοτεχνική πρωτοπορία της εποχής της».
Κατά τα άλλα, τον Ιανουάριο, στις αναγνώσεις του «μτλγ» θα δώσει το «παρών» ο μεταφραστής ιταλικής ποίησης και ποιητής κι ο ίδιος Νίκος Αλιφέρης, ενώ έναν μήνα αργότερα θα πραγματοποιηθεί η «συνάντηση μεταξύ δύο ποιητριών», εν προκειμένω της Λένιας Ζαφειροπούλου και της Φοίβης Γιαννίση. Τον Μάρτιο, το καθιερωμένο αφιέρωμα σε αμερικανό ποιητή θα καταπιαστεί με τον Εζρα Πάουντ υπό το πρίσμα νέων μεταφράσεών του, ενώ η κατακλείδα θα περιλαμβάνει έναν φόρο τιμής στον Ανδρέα Κάλβο, από ποιητές και ποιήτριες, που θα διαβάσουν «αποκρίσεις» στο έργο του. Η επιλογή Πάουντ και Κάλβου δεν είναι φυσικά τυχαία: «Ο Πάουντ μάς διδάσκει πολλά πράγματα, που ακόμη και όσοι δηλώνουν πως τον εκτιμούν, ξεχνούν: την πρώτιστη αξία της μουσικότητας στην ποίηση· μαζί με τον στοχασμό που δεν διστάζει να συνδυασθεί με το παίγνιο· και μαζί με τον γόνιμο διάλογο με άλλες γλώσσες, εποχές, και πολιτισμούς» λέει ο Ιωαννίδης.
Η ενασχόληση με τον Κάλβο δεν ακούγεται λιγότερο ενδιαφέρουσα: «Το εγχείρημα μοιάζει παρακινδυνευμένο», συνεχίζει ο ποιητής, «αλλά οι καρποί των δύο πρώτων δοκιμών, με την Ντίκινσον το 2015, τον Εγγονόπουλο το 2017, ενθαρρύνουν και ερεθίζουν. Και οι τρεις ποιητές, πέρα από το άκρως χαρακτηριστικό τους ύφος, συνιστούν τρεις διακριτούς "κόσμους". Η καταβύθιση λοιπόν, στο σύμπαν τους, με σκοπό να αναδυθούν από εκεί νέα ποιήματα, μπορεί να είναι τόσο γόνιμη όσο κάθε απομάκρυνση ενός καλλιτέχνη από το "εγώ" του».
Καλά όλα αυτά, είναι όμως η εποχή μας, όπως συχνά επισημαίνεται, ευνοϊκή για ποιητικές εκδηλώσεις; «"Οι δυσμενείς συνθήκες δεν ευνοούν την ποίηση": να ένα ψεύδος που αναρωτιέμαι τι εξυπηρετεί» αποκρίνεται ο Ιωαννίδης. «Και καλή ποίηση γράφεται σε δύσκολους καιρούς (πότε έγραψε ο Σολωμός ή η Αχμάτοβα;), και η καλή ποίηση μπορεί να βοηθήσει εμάς που τη διαβάζουμε σε κρίσιμες περιόδους της ζωής μας».
Είναι κάτι που ο Ιωαννίδης το βλέπει και στο κοινό του «μτλγ», σε ανθρώπους που, κατά δήλωσή τους, πριν βρεθούν εκεί, ένιωθαν πως «δεν καταλαβαίνουν» ή «δεν αγαπούν» την ποίηση. Για εκείνον είναι απολύτως φυσικό η καλή ποίηση να έχει απήχηση: «Γιατί καλή ποίηση δεν είναι ούτε η λεκτική επιδειξιομανία, ούτε η επιφανειακή ψευδοφιλοσοφία με "ωραίες εκφράσεις", ούτε η "εφηβική" εξομολόγηση με γλυκερές κοινοτοπίες, ούτε η πολιτική συνθηματολογία με συναισθηματική φόρτιση. Το καλό ποίημα, όπως και η καλή ταινία, η καλή φωτογραφία, κ.ο.κ., είναι, απλούστατα, μια δυνατή εμπειρία ζωής: σε καθηλώνει για να σε αναπτερώσει· επιτρέποντάς σου, επιβάλλοντάς σου να ακούσεις και να δεις πράγματα που νόμιζες ότι δεν γνωρίζεις ή ότι δεν υπήρχαν καν».