Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τις τελευταίες δεκαετίες το θέατρο έχει πλουτιστεί με ηθοποιούς εξαιρετικά καλλιεργημένους και μορφωμένους. Η παλιά δοξασία ότι ο ταλαντούχος ηθοποιός είναι απαίδευτος, επειδή η μέγιστη Μαρίκα Κοτοπούλη διάβαζε το «Μπουκέτο», έχει ξεπεραστεί. Το επιβεβαιώνει η επιλογή της Μπέττυς Αρβανίτη να σχολιάσει μια φωτογραφία του Νίκου Πουλαντζά με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, αποκαλύπτοντας μια νοοτροπία ουσιαστικά σύγχρονη και φρέσκια. Στο 8ο Πανεπιστήμιο του Παρισιού Vincennes, που υπήρξε και φυτώριο πολλών κινημάτων, μια μέρα του 1968 γίνεται μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας με αφορμή την είσοδο των σοβιετικών τανκς στην Πράγα. Μαζεμένοι φοιτητές, καλλιτέχνες και άνθρωποι του πνεύματος.
Πρωτοστατεί ο καθηγητής Νίκος Πουλαντζάς. Μιλάει στη συγκέντρωση με μάτια μεγάλα, καθαρά, ήρεμα, γεμάτα γνώση. Εκθέτει τις απόψεις του εναντίον της αντιδημοκρατικής επέμβασης. Φιλόσοφος αλλά και ακτιβιστής. Λίγο πιο πίσω και πίσω από μαύρα γυαλιά διακρίνει κανείς τον Πιερ Πάολο Παζολίνι. Μια συνύπαρξη, σε μια ακινητοποιημένη στιγμή, που δικαιώνει τη σημασία της φωτογραφίας.
Δυο άντρες, με ποιητική καταγωγή κατά τη γνώμη μου, αν ποίηση σημαίνει ένα καινούργιο φως στην πραγματικότητα. Και οι δύο φωτισμένοι αριστεροί, αντιφασίστες, ταγμένοι στο ρεύμα του ευρωκομμουνισμού, ο ένας φιλόσοφος που οργανώνει μια καινούργια πρόταση για την πολιτική, ο άλλος σκηνοθέτης ανατρεπτικός, ποιητής, συγγραφέας που οργανώνει καλλιτεχνικά σύμπαντα και ταινίες – ορόσημα.
Και οι δύο λάτρεις της ζωής, ο ένας γελώντας τρανταχτά (απ’ ό,τι λένε) αγαπώντας τις γυναίκες, ο άλλος ομοφυλόφιλος, δοκιμάζοντας τις πιο ακραίες μορφές του έρωτα μέσα από επικίνδυνες συναντήσεις και συνθήκες.
Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο ένας πρωταγωνιστεί στη συγκέντρωση κι ο άλλος (σκηνοθέτης) πιο πίσω με μαύρα γυαλιά παρακολουθεί, συμμετέχοντας με τον δικό του τρόπο.
Με αφορμή αυτήν τη φωτογραφία, έψαξα κάποιες συμπτώσεις (;) και αντιστοιχίες αυτών των δύο σπουδαίων ανθρώπων με το μοιραίο τέλος. Ο Πουλαντζάς γεννήθηκε το 1936 στην Αθήνα και αυτοκτόνησε το 1979 στο Παρίσι. Το 1936 ανέβηκε στην εξουσία ο Μεταξάς. Ο Παζολίνι γεννήθηκε 14 χρόνια πριν, το 1922, στην Μπολόνια και δολοφονήθηκε το 1975 στην Οστια, στις εκβολές του Τίβερη. Το 1922 ανέβηκε στην εξουσία ο Μουσολίνι. Δεν εξηγεί βέβαια αυτή η συγκυρία την αριστερή αντιφασιστική αντίληψή τους, απλώς υπάρχει κάτι παράλληλο και συγχρόνως εντελώς διαφορετικό.
Και οι δύο αυτοί άνδρες είχαν μια μεγάλη προσκόλληση στη μητέρα τους. Ο Παζολίνι, απολύτως συνειδητοποιημένος για το οιδιπόδειο που κουβαλούσε, έλεγε πως είχε για τη μητέρα του «μια παθιασμένη αγάπη χωρίς ελπίδα».
Απ’ ό,τι ξέρω μέσα από οικογενειακές πηγές (ο άνδρας μου Βασίλης Πουλαντζάς ήταν πρώτος ξάδελφος του Νίκου και είχαν μια πάρα πολύ στενή σχέση από μωρά μέχρι το τέλος), ο Πουλαντζάς είχε μια τρομερή αδυναμία στη μητέρα του, που πέθανε λίγο πριν από τη δική του αυτοκτονία. Ισως αν ζούσε να είχε αναβάλει την πτώση.
Ο Πουλαντζάς είναι χρεωμένος με τη ρήση «ο σοσιαλισμός ή θα είναι δημοκρατικός ή δεν θα υπάρξει».
Ο Παζολίνι προέβλεψε από εκείνα τα χρόνια ότι η Ευρώπη θα κινηθεί από την αντιφασιστική αντίσταση στην ξενοφοβία.
Βλέποντας καθαρά και οι δυο αυτοί άνδρες αναζητούσαν την ουτοπία κι όταν η ελπίδα καταρρέει αγγίζει τη βαθύτερη σκοτεινιά, που αναβλύζει ίσως από άλλη πηγή.
Δυο άθεοι που ονειρεύονται και αναζητούν την πίστη.
Δεν ξέρω αν ποτέ συναντήθηκαν σε κάποιο καφέ κι αν μίλησαν οι δύο τους εκτός πολιτικής. Αραγε τι θα έλεγαν; Μπορεί κάτι εντελώς κοινό. Μπορεί να μιλούσαν για ποδόσφαιρο (ο Παζολίνι ήταν φανατικός ποδοσφαιρόφιλος κι ο Πουλαντζάς Ολυμπιακός).
Οπως και να ‘ναι πάντως, ίσως να ένιωσαν μια περίεργη συγγένεια που μπορεί να τους τρόμαξε.
Ο Παζολίνι, ζώντας έτσι ακραία, θα ‘λεγε κανείς πως αναζητούσε τον δολοφόνο του κι όταν βρέθηκε ένα ηλιοκαμένο χέρι θαμμένο στην άμμο, στις όχθες του Τίβερη, ήταν σχεδόν αυτονόητο ότι το έγκλημα έγινε από τον Πίνο Πελόζι (μια αντρική πόρνη από το περιβάλλον του Πιερ Πάολο). Τριάντα χρόνια, όμως, μετά εικάζεται ότι ήταν πολιτική δολοφονία από μια ομάδα φασιστών που ενοχλήθηκαν από το «Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα».
Δεν τους ένοιαζε η προσωπική ερωτική του ζωή. Το πνεύμα του ήθελαν να δολοφονήσουν. Αλλωστε, αυτό ήταν πιο επικίδυνο για τον φασισμό. Το παιδί, που έγραψε τα πρώτα του ποιήματα σε ηλικία 7 ετών, δολοφονήθηκε έτσι άγρια μια νύχτα στις 2 Νοεμβρίου του 1975.
Ομως κι ο Νίκος Πουλαντζάς μπορεί να μην αναζητούσε τον φονιά του στον περίγυρό του, τον είχε όμως εντός του. Κανείς δεν ξέρει η σκοτεινή αυτή εσωτερική πληγή από πού πυροδοτήθηκε έτσι ξαφνικά κι έσπρωξε αυτό το λαμπερό πνεύμα, αυτόν τον γοητευτικό άνδρα στην ακραία πτώση.
Το παιδί που γελούσε τρανταχτά και που διατήρησε όλη του την παιδικότητα μέχρι τέλους έπεσε από τον 23ο όροφο στην άσφαλτο της Place d’ Italie στις 3 Οκτωβρίου του 1979.
Κοιτάζοντας και ξανακοιτάζοντας τη φωτογραφία και ξέροντας πια τη συνέχεια της διαδρομής αυτών των δύο ανδρών, χιλιάδες σκέψεις περνάνε απ’ το μυαλό μου.
Ο Παζολίνι την ίδια εποχή είχε κάνει το «Θεώρημα», ο Πουλαντζάς ετοίμαζε το βιβλίο του «Φασισμός και δικτατορία». Βρίσκονταν και οι δύο σ’ έναν δημιουργικό πυρετό και μάλιστα μέσα σ’ αυτήν τη γεμάτη ελπίδα εποχή. Ο Μάης του ’68 γέμιζε τους πάντες με όνειρα, πόσω μάλλον αυτούς που πρωτοστατούσαν στους αγώνες τους πνευματικούς και τους καλλιτεχνικούς. Πρόσφεραν και οι δύο τον εαυτό τους στην υπηρεσία της ανθρωπότητας. Ευτυχώς το έργο τους μένει. Ομως, είτε ηθελημένα είτε άθελά τους, η διαδρομή δεν τελείωσε. Κόπηκε και μένει κανείς να κοιτάει τη φωτογραφία και να σκέφτεται πόσο διαφορετικές εξελίξεις θα μπορούσαν να έχουν αυτά τα γεμάτα αγνότητα κι αλήθεια μάτια του Πουλαντζά. Τα ολάνοιχτα κι εκτεθειμένα στον κόσμο. Αλλά και τ’ άλλα, τα σκοτεινά πίσω από μαύρα γυαλιά, που κρύβουν τις χιλιάδες σκέψεις κι επιθυμίες που κανείς πραγματικά δεν μπορεί να μαντέψει.
Δεν ξέρω αν το τέλος ήταν μοιραίο. Ομως εγώ δεν θα ήθελα να έχουν πέσει έτσι οι τίτλοι του τέλους.