Η καθηγήτρια Δημόσιας Υγείας στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας Τζένη Κουρέα-Κρεμαστινού απαντά ότι η εχινοκοκκίαση είναι σοβαρή παρασιτική νόσος, που οφείλεται σε τέσσερα είδη κεστωδών σκωλήκων (Echinococcus granulosus, E. multilocularis, E. vogeli, E. oligarthrus), για τα οποία ο άνθρωπος χρησιμεύει ως τυχαίος ενδιάμεσος ξενιστής.
Κύριοι ξενιστές και των τεσσάρων ειδών είναι τα κυνοειδή ζώα, στο έντερο των οποίων αναπτύσσεται ο ενήλικος σκώληκας.
Η εχινοκοκκίαση αποτελεί στην Ελλάδα σοβαρό πρόβλημα τόσο για τη δημόσια υγεία όσο και για την κτηνοτροφία. Το είδος που ενδημεί είναι ο E. granulosus.
Η νόσος ήταν ευρέως διαδεδομένη στην Ελλάδα πριν από το 1970 (οπότε και η ετήσια επίπτωση των χειρουργικών περιστατικών ήταν 12,9 ανά 100.000 κατοίκους). Μετά την εκστρατεία ενημέρωσης, η συχνότητα εμφάνισης κρουσμάτων έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες (π.χ. το 2013 καταγράφηκαν 0,09 κρούσματα ανά 100.000 κατοίκους).
Για προφύλαξη από τη νόσο, πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση σε κόπρανα σκύλων, να πλένονται πολύ καλά τα χέρια και να καθαρίζονται σχολαστικά τα λαχανικά.
Για διακοπή της μετάδοσης του παρασίτου από ενδιάμεσους σε κύριους ξενιστές, επιβάλλονται η παρεμπόδιση της κατανάλωσης μη μαγειρεμένων εντοσθίων από τους σκύλους (αυτό περιλαμβάνει σωστό έλεγχο και επιτήρηση των ζώων προς σφαγή, όπως επίσης και σωστό χειρισμό των μολυσμένων εντοσθίων), η αποτέφρωση ή το πλήρες κάψιμο των μολυσμένων οργάνων νεκρών ενδιάμεσων ξενιστών και η περιοδική θεραπεία των σκύλων υψηλού κινδύνου.
Επίσης, οι εργαζόμενοι τόσο στους αγρούς όσο και στα εργαστήρια θα πρέπει να εφαρμόζουν αυστηρά μέτρα πρόληψης, ώστε να αποφεύγεται η κατάποση ωαρίων του σκώληκα.
Η διάγνωση γίνεται κλινικά βάσει των συμπτωμάτων (ειδικά σε περιοχές όπου η νόσος ενδημεί) και επιβεβαιώνεται εργαστηριακά. Οι εργαστηριακές εξετάσεις που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση είναι ο ακτινολογικός και υπερηχογραφικός έλεγχος και η δερμοαντίδραση Casoni (ένεση αντιγόνων υδατίδας κύστης στο δέρμα).
Η θεραπεία της εχινοκοκκίασης αρχίζει με τη λήψη αντιπαρασιτικών σκευασμάτων (mebendazole, albendazole) και ολοκληρώνεται με χειρουργική παρέμβαση για να εξαλειφθούν τα συμπτώματα ή να αποτραπούν οι επιπλοκές. Πολλά άλλα μικρόβια μπορεί να μεταδοθούν από άπλυτα λαχανικά όπως η σαλμονέλα, το τοξόπλασμα, η σιγκέλλα και το E-coli.







