Η υπόθεση είναι γνωστή, πασίγνωστη: ο Πέτρος Τατσόπουλος αντέδρασε με τον τρόπο που αντέδρασε σε όσα είπε γι’ αυτόν η Χρυσή Αυγή και σείστηκε το πανελλήνιο. Χαρακτηρίστε βάρβαρη και χυδαία, σε όποιον βαθμό θέλετε, την αποστροφή του Τατσόπουλου, αλλά ένα ερώτημα με το χέρι στην καρδιά: θα τολμούσε κανείς να πει «μπράβο, έχουμε μια τόσο μεγάλη ευαισθησία και μια τόσο δυνατή υγεία που δεν επιτρέπουν σε οποιονδήποτε Τατσόπουλο, Κωστόπουλο, Γιαννόπουλο (σημ.: τα ονόματα στην τύχη) να προσβάλλει μια ολόκληρη κοινωνία με τις εκφραστικές του απρέπειες»;
Τι καλά που θα ήταν! Θα μιλούσαμε τότε για ένα σύμπτωμα που θα μπορούσε εύκολα να απομονωθεί και προπαντός να μην επαναληφθεί καθώς οι υπόλοιποι θα ήμασταν λίγο ή πολύ άψογοι. Επειδή όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, αντί να μας δίνεται η ευκαιρία με τον καθένα που εκφράζεται χυδαία να αντικρίσουμε κατά πρόσωπο τα συνολικά μας χάλια, συμπεριφερόμαστε με έναν τρόπο σαν να καραδοκούσαμε με το λάθος, το σφάλμα ή το έγκλημά του.
Οχι βέβαια για να τον βοηθήσουμε να διορθωθεί αλλά για να τον κατασπαράξουμε, νομίζοντας πως έχουμε ξεμπερδέψει με τις δικές μας αθλιότητες. Στην ουσία δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να προετοιμάζουμε το έδαφος ώστε να εκδηλωθεί με την εκφραστική απρέπεια του Τατσόπουλου και κάποιος άλλος που δεν θα διανοούνταν κάτι αντίστοιχο για τον εαυτό του.
Πώς εξηγείται άλλωστε αυτός ο αιφνίδιος καθωσπρεπισμός καλλιτεχνών, συγγραφέων, δημοσιογράφων, κόψε από δω ράψε από κει, με θύμα τον εκάστοτε Τατσόπουλο, να προσπαθούν να εμφανιστούν ως υπεράνω, ενώ γνωρίζουμε όλοι πολύ καλά πως αν τους έπαιρνε θα ξεχύνονταν τόσο χυδαίοι σε βαθμό που ο Τατσόπουλος θα ηχούσε ως παιδική χαρά. Τον ίδιο το πολύ πολύ να τον κατηγορήσεις ότι δεν αντιλαμβάνεται πόσο εύκολα μπορεί να αυτοεξοντωθεί ένας άνθρωπος που θα μπορούσε να είναι (μη πούμε τη λέξη χρήσιμος και του κακοφανεί) παρηγορητικός για την κοινωνία μας. Ή ακόμη να δείχνει πως δεν το αντιλαμβάνεται, ενώ το ξέρει πολύ καλά, πως μια αδιόρατη γραμμή χωρίζει την αποθέωση από την καταβαράθρωση όταν παίζει κανείς το «παιχνίδι» με τους όρους της αγοράς.
Πέρασε ανεπιστρεπτί η εποχή που ο Ντίνος Χριστιανόπουλος χαρακτήριζε ως τσογλάνι τον Βασίλη Βασιλικό και για τρεις, το λιγότερο, δεκαετίες η λέξη αυτή υπήρχε διαρκώς στο στόμα της συγγραφικής και της δημοσιογραφικής παροικίας. Σήμερα αν χαρακτηρίσεις τσογλάνι τον Τατσόπουλο σε μια εβδομάδα θα έχει ξεχαστεί, ή θα έχει αντικατασταθεί από ένα άλλο τσογλάνι με μοναδικό ωφελημένο αυτόν που υπήρξε η αφετηρία της σύγκρουσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση τη Χρυσή Αυγή.
Η πραγματική αφετηρία βέβαια είναι ακόμη πιο παλιά, σε λίγα χρόνια συμπληρώνει μια συναπτή πεντηκονταετία. Εχει σχέση με την εγκατάσταση της τηλεόρασης στην Ελλάδα και την εκδήλωση μιας σχιζοφρένειας που συναρτάται απόλυτα μαζί της. Ετσι που να δικαιώνεται απόλυτα ο Κώστας Μητρόπουλος όταν ακούστηκε κάποτε να λέει: «Δεν θα μιλάμε πια για πριν και μετά Χριστόν, αλλά για πριν και μετά τηλεόραση».
Ποια είναι τώρα η σχιζοφρένεια; Να κατηγορεί ο απλός πολίτης ότι η τηλεόραση τον εξαπατά, του λέει ψέματα και είναι όργανο της εξουσίας και να την επικαλείται όταν θέλει να στηρίξει τις απόψεις του γιατί τις «άκουσε στην τηλεόραση»!
Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.