Ραβιόλια γεμιστά με καραβιδόψιχα, σουπιές, σπανάκι με βούτυρο και σάλτσα από φουά γκρα και μαύρα μανιτάρια, για πρώτο πιάτο, ρολό από φιλέτο ψαριού με προσούτο κρούντο με κολοκυθανθούς και αστακό στον ατμό με σάλτσα από ρόδι για το κυρίως και μιλφέιγ σοκολάτας με ζελέ ροδάκινου σε σάλτσα από φρούτα του δάσους για γλυκό. Με τα τρία αυτά πιάτα βρέθηκε στον δρόμο της επιτυχίας και της αναγνωρισιμότητας ο 38 ετών Σπύρος Θεοδωρίδης, μόνιμος κάτοικος στη Μόντενα της Ιταλίας.
ΟΙ «ΔΑΣΚΑΛΕΣ». Ο γεννημένος στην Αθήνα στις 20 Αυγούστου 1973 και μεγαλωμένος στο Αιγάλεω, Σπύρος, είχε από μικρός μαγειρικά ερεθίσματα. Στο σπίτι μαγείρευαν τρεις γυναίκες: γιαγιά, μητέρα και αδελφή. Αναπόφευκτα μπολιάστηκε με το μεράκι τους. Ομως για τον Σπύρο Θεοδωρίδη δεν ήταν αρκετό να φτιάχνει ντολμαδάκια «όπως η μητέρα», ή μουσακά «που τον κάνω πολύ καλό». Ηθελε πάντα να μαγειρεύει κάτι διαφορετικό. Επεδίωκε τις παραλλαγές στις συνταγές. Ωστόσο το πρώτο φαγητό – για την ακρίβεια γλυκό – που έφτιαξε ήταν μια απλή καρυδόπιτα.
Θυμάται τον εαυτό του να μαγειρεύει από τα 14. Μεγαλώνοντας έπρεπε να εργαστεί. Τον είλκυε ο χώρος του θεάματος. Στα 19 του γράφτηκε σε ιδιωτική δραματική σχολή και ολοκλήρωσε τον κύκλο σπουδών του το ’95. Αναζήτησε δουλειά. Στο θέατρο έκανε ελάχιστα πράγματα – «σχεδόν τίποτα», λέει με ειλικρίνεια – και δοκίμασε να μπει στον χώρο της τηλεόρασης και του κινηματογράφου. Χωρίς αποτέλεσμα.
Καθοριστικό ρόλο στη ζωή του έπαιξε στο τέλος της δεκαετίας του ’90 η γνωριμία του με έναν Ιταλό, τον Μάρκο. Το ’98 ετοίμασε τις βαλίτσες του και μετακόμισε στη Ιταλία για πάντα.
Στη Μόντενα έκανε μια νέα αρχή. Πήγε σχολείο, έμαθε τη γλώσσα κι άρχισε να εργάζεται. Επιασε δουλειά στα ιταλικά ταχυδρομεία, σε σχολείο για παιδιά με ειδικές ανάγκες, υπάλληλος σε ρεσεψιόν ξενοδοχείου στην Μπολόνια και υπάλληλος σε ιδιωτική εταιρεία παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.
Ο,τι κι αν έκανε, στο σπίτι πάντα μαγείρευε. «Με τον τρόπο αυτό εκφράζω την αγάπη μου σε φίλους, συγγενείς, αγαπημένα πρόσωπα. Μου δίνει ευχαρίστηση, με ξεκουράζει». Αισθάνεται όπως ο ζωγράφος όταν δημιουργεί με τα πινέλα του στον καμβά. Μόνον που «ζωγραφίζει» με κρεατικά, ψαρικά, ζαρζαβατικά σε κατσαρόλες και ταψιά. Ομως σε καμία περίπτωση δεν είχε σκεφτεί να ασχοληθεί επαγγελματικά.
Πέρσι πληροφορήθηκε για το τηλεριάλιτι μαγειρικής «Master Chef» του Mega. Εστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα για να λάβει μέρος στον διαγωνισμό. «Δεν έλαβα ποτέ απάντηση». Να ήταν κάρμα; Να ήταν η εφαρμογή του κλισέ περί συνωμοσίας του Σύμπαντος που αναφέρει ο Κοέλιο στον «Αλχημιστή» του; Η ουσία είναι πως στην ιταλική τηλεόραση έκαναν το ίδιο πρόγραμμα – πιστή μεταφορά της αμερικανικής εκδοχής – φέτος.
Ηταν ένας από τους 6.000 που δήλωσαν συμμετοχή στο «Master Chef Italia». Παρουσίασε ένα πιάτο με σπανάκι, καραβίδες, καλαμάρι, με σάλτσα λαχανικών στο φούρνο και πέρασε στους εκατό. Οταν οι κριτές είδαν να σερβίρει κανναβούρι μαγειρεμένο σαν ριζότο με αρνί και κολοκυθάκια σε σάλτσα από σαφράν, του έδωσαν το εισιτήριο για τους 40. Στους 28 πέρασε καθαρίζοντας και κόβοντας… κρεμμυδάκια και στη 18άδα πλασαρίστηκε όταν ζητήθηκε να κάνει – όπως και οι άλλοι 17 διαγωνιζόμενοι – ένα πιάτο με κυρίαρχο υλικό ένα αυγό. Προκρίθηκε στην τελική διαδικασία παρασκευάζοντας ομελέτα με αυγοτάραχο, τόνο και μανιτάρια.
Οσο ήταν στη 18άδα καθημερινά μαγείρευε για ώρες. Δεν ένιωσε στην αναμέτρηση με τον χρόνο πως έχανε τη χαρά της δημιουργίας. Κουραζόταν αλλά ήταν εκείνη η γλυκιά κούραση της ικανοποίησης. «Μ’ άρεσε η αναμέτρηση με το χρονόμετρο. Το έβλεπα σαν παιδικό παιχνίδι». Επαιξε και κέρδισε.
Εχει μάλλον μπολιαστεί με την ιταλική γαστριμαργική κουλτούρα. Αυτό που του έκανε εντύπωση από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στη γείτονα χώρα – της οποίας είναι εδώ και χρόνια υπήκοος – ήταν η σημασία που δίνουν οι Ιταλοί στην ποιότητα των υλικών και ο σεβασμός που δείχνουν σε ό,τι γίνεται στην κουζίνα. Για εκείνον είναι σημαντικό ότι οι Ιταλοί χαίρονται αυτό που έχουν τη στιγμή που το έχουν, ενώ στην Ελλάδα, όπως λέει, συνήθως εκτιμούμε κάτι αφού το χάσουμε. Μετράει επίσης το γεγονός ότι αφομοιώθηκε από την τοπική κοινωνία. «Βρήκα ανταπόκριση στα δικαιώματά μου ως ξένος».
Δεν σκέφτεται να επιστρέψει. Η Ελλάδα είναι πάντα στην καρδιά του, όμως τόσα χρόνια στην Ιταλία έχει συνηθίσει τον τρόπο ζωής. «Ακόμα και στη σημερινή Ιταλία, της οικονομικής κρίσης, τα πράγματα λειτουργούν. Τουλάχιστον στη Μόντενα».
Στη Μόντενα της Φεράρι, του Παβαρότι – περιβόητου καλοφαγά -, της πόλης που φημίζεται για το μπαλσάμικο ξίδι της, της πόλης που αποτελεί προορισμό στον γαστριμαργικό χάρτη γιατί εκεί έχει το εστιατόριό του ο δεύτερος καλύτερος – με τρία αστερία Μισλέν – σεφ του κόσμου, ο Μάσιμο Μποτούρα• μόλις 100 μ. από το σπίτι του Σπύρου Θεοδωρίδη. Τυχαίο;
Φαίνεται ήρεμος και πρόσχαρος άνθρωπος – τουλάχιστον αυτήν την αίσθηση δίνει στον συνομιλητή του έστω και από τηλεφώνου – μιλώντας ελληνικά με ιταλική προφορά.
Αισθάνεται τυχερός ως ο νικητής του ιταλικού «Master Chef» αν και πιστεύει πως όλα εξαρτώνται από εμάς τους ίδιους.
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ. Αμέσως δέχθηκε προτάσεις αξιώσεων και υψηλών απαιτήσεων για δουλειά. Από τον σεφ Ντάβιντ Σκαμπίν ο οποίος διαθέτει το 23ο καλύτερο ρεστοράν του κόσμου, στο Τορίνο, προτείνοντας του απασχόληση έξι μηνών – καταρχάς – κοντά του, από τον με δύο αστέρια Μισλέν σεφ Μπρούνο Μπαρμπιέρι για να τον ακολουθήσει στο Λονδίνο στο εστιατόριο που θέλει να ανοίξει. Στο μεταξύ, ετοιμάζεται να συστηθεί ως συγγραφέας με το βιβλίο μαγειρικής «Cuoko per Emozione» από τον εκδοτικό οίκο Rizzoli.
Παίρνει ανάσα, αλλά τα μυαλά του δεν έχουν αέρα. Δεν βιάζεται να πάρει αποφάσεις, αν και πρώτη σκέψη του ήταν να ανοίξει ένα εστιατόριο στην αγαπημένη του Υδρα. Εχει όμως πολλά να μάθει ακόμη. Τεχνικές, λεπτομέρειες, διαχείριση εστιατορίου.
Αν και ανέκαθεν ήθελε να δημιουργεί «πειραγμένα» πιάτα, δηλώνει ότι του αρέσουν οι καθαρές γεύσεις. Οι φρέσκιες πρώτες ύλες είναι «το Α και το Ω στη μαγειρική. Οταν έχεις φρέσκο ψάρι δεν χρειάζεται να το παιδέψεις. Το βάζεις στο φούρνο. Δεν χρειάζεται κάτι άλλο».
ΕΙΠΕ
Η ομορφιά ενός φαγητού κρύβεται στην απλότητα της γεύσης του
ΕΙΠΑΝ ΓΙ’ ΑΥΤΟΝ
Επιτέλους στην ιταλική τηλεόραση κάτι καλό. Συγχαρητήρια στον Σπύρο από τον οποίο είδαμε πινελιές ιδιοφυΐας Αλντο Γκράσο, τηλεκριτικός ΣΤΗΝ
«Corriere della Sera»