ΜΕ ΉΔΙΧΩΣ ΓΥΡΙΣΜΟ ΑΠΟ ΤΗΝ
ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, Ο
ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟΣ «ΔΡΟΜΟΣ» ΤΟΥ
ΜΑΚΚΑΡΘΥ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΟ
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ, ΠΟΥ ΜΕ
ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΤΑΔΕΙΚΝΥΕΙ
ΤΗ ΖΟΦΕΡΗ ΕΓΓΥΤΗΤΑ ΤΟΥ
ΕΦΙΑΛΤΗ. ΑΦΗΓΗΣΗ ΠΟΥ ΚΑΙ ΣΤΟ
ΠΑΝΙ ΤΟΛΜΑ ΤΟ ΔΡΑΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ
ΑΠΑΙΣΙΟΔΟΞΟ, ΑΠΟΤΥΠΩΝΟΝΤΑΣ
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ ΤΗ ΒΑΘΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΑ
ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ
«Τα ρολόγια σταμάτησαν στη μία και δεκαεφτά. Μια πελώρια μαχαιριά φωτός κι έπειτα μια σειρά από βαθιά τραντάγματα. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Τι ήταν αυτό; ρώτησε εκείνη. Δεν απάντησε». Γιατί απάντηση δύσκολα μπορεί να υπάρξει στο οριακό μεταίχμιο μιας αποκαλυπτικής καταστροφής, που θα αφάνιζε τον πλανήτη, όπως τον ξέραμε μέχρι σήμερα, σε όλες τις βασικές του έννοιες και εικόνες.

Μια καταστροφή που θα εξάλειφε το τώρα και το αργότερα, «ούτε λίστα με υποχρεώσεις ούτε τίποτα· η μέρα ορισμένη από τον εαυτό της», το φως και το αντίθετό του, «γκρίζα δειλινά, γκρίζα χαράματα», θα μετέτρεπε δάση, δένδρα, φυτά, ζώα σε γκρίζα στάχτη, «όλα νεκρά ώς τη ρίζα στα χέρσα πεδινά εδάφη», τις εγκαταλελειμμένες πόλεις σε «σχέδιο με κάρβουνο απλωμένο κατά μήκος της ερήμωσης». Άδειες εικόνες και λέξεις με αντίκρυσμα, «μόνον στα βιβλία». Όλα αποκομμένα από την αρχή και τη συνοχή τους. Οι άνθρωποι, οι λίγοι που απομένουν, αφιονισμένοι νομάδες. Συμμορίες κανιβάλων.

Σε αυτόν τον ζοφερό χωρόχρονο χαράσσει ο Κόρμακ ΜακΚάρθυ τον Δρόμο (Καστανιώτη) ενός πατέρα και του μικρού του γιου. Μονήρεις- αυτόχειρας η γυναίκα και μάνα δεν τους ακολουθεί στην περιπέτεια- και πεισματωμένοι, «σαν προσκυνητές σε κάποιο μύθο που τους κατάπιε γρανιτένιο τέρας και τριγυρνάν χαμένοι μες στα σωθικά του», διασχίζουν την κατεστραμμένη Αμερική, ψάχνοντας για τροφή και παπούτσια, τσουλώντας ένα σαραβαλιασμένο καροτσάκι με λιγοστά εφόδια και ένα πιστόλι στην τσέπη- για να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν.

Όλα για την επιβίωση
Ήρωες αρχετυπικοί, ανώνυμοι, προσπαθούν να φτάσουν στην ακτή. «Προς ποια κατεύθυνση λοξοδρομούν συνήθως οι χαμένοι»; Εναποθέτουν τη σωτηρία τους στη θάλασσα. Το πώς και τα γιατί της πρωτοφανούς καταστροφής ούτε αναφέρονται ούτε εικονογραφούνται. Το απόλυτο χαράσσει τα δικά του αφηγηματικά όρια, ο μύθος εστιάζεται στο παρόν, η ιστορία χάνει σε ατομικά χαρακτηριστικά για να γίνει η κοινή, συλλογική περιπέτεια. Το ζητούμενο είναι η επιβίωση, και εκεί είμαστε, ή μάλλον ξαναγινόμαστε, όλοι ίσοι.

Εκεί αναδεικνύεται και όλη η τέχνη του συγγραφέα. Ο Δρόμος του ΜακΚάρθυ δεν είναι ένα μελλοντολογικό θρίλερ αλλά ένα εξαίρετο δείγμα μυθιστορηματικής γραφής, στο οποίο ένας λόγος μεστός συμφύρει στη σχεδόν δωρική λιτότητά του τη σύγχρονη με την αρχαίαεπική;- περιπέτεια. Ο κοφτός, κατά τόπους τραχύς, ιδιόμορφος λόγος που συχνά αγνοεί και υπερβαίνει τα σημεία στίξης, κατορθώνει και εμπεριέχει σε θαυμαστή ισορροπία την απελπισία με το πείσμα, τον ζόφο με την υπέρβαση, το κανιβαλικό με το ανθρώπινο, τον σπαραγμό με την ποίηση. Η σκυτάλη της ζωής αλλά και της διήγησης, πηγαίνει- χωρίς ψευδαισθήσεις και εξωραϊσμούς- από πατέρα και συγγραφέα στον φυσικό αποδέκτη: στο αγόρι, «το μόνο εμπόδιο ανάμεσα σ΄ αυτόν και τον θάνατο». Τον αφηγηματικό φορέα του καλού και μιας ανήλικης παρορμητικής ηθικής, που κάνει το παιδί να φαντάζει «εξωγήινο. Πλάσμα από έναν πλανήτη που δεν υπήρχε πλέον».