«Οι Έλληνες και οι Τούρκοι στην Καππαδοκία πριν το 1922 δεν είχαμε να χωρίσουμε τίποτα μεταξύ μας. Εγώ, την Καισάρεια, την πατρίδα μου, την βάζω πρώτη στον κόσμο σε ανθρωπιά και φιλαλληλία».


O Σταύρος Φαρασόπουλος, 99 ετών σήμερα, από του Αγίους Αναργύρους της Καππαδοκίας, ζει στην Κομοτηνή και είναι ένας από τους ελάχιστους επιζώντες Καραμανλήδες- ορθόδοξος χριστιανός με μητρική γλώσσα τα τουρκικά- της πρώτης γενιάς της προσφυγιάς του ΄22. Ξετυλίγει τις μνήμες του, από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, τις σχέσεις τους και τα βιώματά τους. Αν και υπήρξε και αυτός όπως και χιλιάδες άλλοι Έλληνες της εποχής του, θύμα των διωγμών που ήρθαν ως αποτέλεσμα της Μικρασιατικής Καταστροφής, δεν τρέφει ίχνος μίσους ή θυμού για ό,τι συνέβη τότε. Αντιθέτως, με περισσή ψυχραιμία και γλαφυρότητα περιγράφει τις καταστάσεις που έζησε, τα λάθη από την ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία στο μέτωπο της Μικράς Ασίας και αναπολεί τα παιδικά του χρόνια, τότε που έπαιζε στους μαχαλάδες του χωριού του με Τούρκους και Αρμενίους, ανυποψίαστος για τις περιπέτειες που του επιφύλασσε η μοίρα.

«Οι Έλληνες ασχολούμασταν με το εμπόριο και διακρινόμασταν για την παραγωγή του παραδοσιακού παστουρμά. Η σημαντικότερη τέχνη μας, όμως, ήταν τα χειροποίητα χαλιά. Κάθε σπίτι έβγαζε ένα μεροκάματο από την εμπορία χειροποίητων χαλιών. Οι Τούρκοι ήταν αγρότες. Πολύ αργότερα ασχολήθηκαν και εκείνοι με το εμπόριο», αναφέρει ο Σταύρος Φαρασόπουλος. Θυμάται ωστόσο και δεν παραλείπει να το αναφέρει ότι το ξερίζωμα των Ελλήνων της Καππαδοκίας δεν άρχισε το 1922 αλλά τότε μόνον ολοκληρώθηκε.

Το κίνημα των Νεότουρκων. «Ο ξεριζωμός δεν έγινε το ΄22. Ο βασικός διωγμός, ο δικός μας, έγινε το 1908, όταν ανατράπηκε ο Σουλτάνος με το κίνημα των Νεότουρκων. Οι Έλληνες απολάμβαναν προνόμια από τον Σουλτάνο στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είχαμε αυτονομία στην εκπαίδευση, στην εκτέλεση των θρησκευτικών μας τελετών, αλλά και στις νομικές μας υποθέσεις που διευθετούνταν από την ίδια την κοινότητα, όπου κυριαρχούσαν η εκκλησία και το σώμα της δημογεροντίας. Όταν ήρθαν οι Νεότουρκοι, κατήργησαν τις προνομίες της ελληνικής κοινότητας και από τότε άρχισε η έξοδος για τον χριστιανισμό της Καππαδοκίας. Και έφυγαν προς πολλά μέρη του κόσμου, από την Αμερική και τη Γαλλία μέχρι την Κύπρο, την Αίγυπτο και την Ιορδανία. Από εκείνους που έμειναν, οι πιο πολλοί έφυγαν από τις μικρές κοινότητες και ενσωματώθηκαν στις μεγάλες για λόγους ασφαλείας καθώς υπήρχε ένα κλίμα εθνικισμού που δεν άφηνε πια τις μειονότητες να αναπνέουν ελεύθερα. Οι υπόλοιποι, που έμειναν στα χωριά τους, μετέτρεψαν τις εκκλησίες σε τζαμιά και έζησαν πλέον ως εξισλαμισμένοι πληθυσμοί».

Ο κ. Φαρασόπουλος ήρθε μικρό παιδί, 13-14 ετών, στην Ελλάδα. Ο πρώτος σταθμός της προσφυγιάς ήταν ο Πειραιάς. Μαζί με τη μάνα και τα δύο αδέλφια του- ο πατέρας είχε εξοριστεί από τους Τούρκους και βρέθηκε πολύ αργότερα κοντά στην οικογένεια- κατέληξαν στους Ασκητές Ροδόπης, κοντά στην Κομοτηνή, αφού εκεί «τους έλαχε κλήρος». Στην ίδια περιοχή βρέθηκαν πολλοί ξεριζωμένοι Καππαδόκες που έφτιαξαν τη νέα κοινότητα και τους συλλόγους τους. Επί δεκαετίες ο κ. Φαρασόπουλος, που έβγαζε το ψωμί του με την τέχνη του τσαγκάρη, πρωταγωνιστούσε σ΄ αυτούς τους συλλόγους. Σχεδόν οκτώ δεκαετίες μετά τον ξεριζωμό του βλέπει τα πράγματα με άλλο μάτι.

Η αιματοχυσία της Σμύρνης. «Εκείνο που μπορώ να πω, είναι ότι το 1922 σκοτώσαμε και σκοτωθήκαμε. Κάναμε λάθη εμείς και δεν έχει κανένα νόημα σήμερα, ύστερα από τόσα χρόνια να μην τα παραδεχόμαστε. Εμείς ήμασταν ανταλλάξιμοι πληθυσμοί που φύγαμε από την Τουρκία όπως έφυγαν αντίστοιχα οι Τούρκοι από τη Μακεδονία. Πάντως, δεν φύγαμε με πόλεμο από τα μέρη μας και βέβαια όταν μάθαμε ότι θα φεύγαμε, εκεί γύρω στο 1924, θυμάμαι τον κόσμο από τη μια να λυπάται και από την άλλη είχες την αίσθηση μιας ανακούφισης αφού γνωρίζαμε βέβαια τον ξεριζωμό και την αιματοχυσία της Σμύρνης και των παραλίων. Βλέπαμε την επιστροφή μας στην Ελλάδα σαν την καλύτερη λύση, γιατί είχαμε ακούσει πολλά για τη μητέρα πατρίδα, αλλά ποτέ δεν την είχαμε δει από κοντά». Πώς βλέπει, όμως, ένας πρόσφυγας τα καραβάνια των ξεριζωμένων που με κίνδυνο της ζωής τους έρχονται στην Ελλάδα και την Ευρώπη με την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής; «Αυτός που κατακρίνει τον πρόσφυγα είναι άβγαλτος», λέει. «Εκείνος που αντιμετωπίζει τον ξένο, τον διαφορετικό, τον καταφρονεμένο, ως άνθρωπο κατώτερο, είναι άβγαλτος. Για μένα όλοι αυτοί δεν είναι άξιοι άνθρωποι, όπως δεν είναι άξιοι και εκείνοι που δεν τιμούν το ψωμί που τρώνε στην προσφυγιά».

«Όταν ήρθαν οι Νεότουρκοι, κατήργησαν τις προνομίες της ελληνικής κοινότητας και από τότε άρχισε η έξοδος για τον χριστιανισμό της Καππαδοκίας

«Ανταμώνουμε με τους Τούρκους»


OΣταύρος Φαρασόπουλος έχει βρεθεί αρκετές φορές στην Καππαδοκία, τον τόπο όπου γεννήθηκε. Απόγονοι των Ελλήνων από τον πληθυσμό της ανταλλαγής παίρνουν μέρος στα ανταμώματα μαζί με απογόνους Τούρκων που είχαν την ίδια τύχη και έφυγαν από την Ελλάδα μετά τη Συνθήκη της Λωζάννης. Το αντάμωμα έγινε και φέτος στην Καβάλα, την Κωνσταντινούπολη και την Καππαδοκία. Ο κ. Φαρασόπουλος δεν πήρε μέρος φέτος- 99 χρονών είναι άλλωστε. Ωστόσο στις γιορτές που πραγματοποιήθηκαν και στις δύο χώρες κυριάρχησε η συγκίνηση. Οι εκδηλώσεις διοργανώνονται από το ελληνοτουρκικό σωματείο «Ντέφνε- Νέα Δάφνη», που άρχισε τη δραστηριότητά του το 2001 από έναν πυρήνα διακεκριμένων Ελλήνων και Τούρκων ακαδημαϊκών, επιστημόνων, καλλιτεχνών και ανθρώπων της αγοράς, με στόχο την προσέγγιση των δύο λαών μέσα από τις πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών.

«Θέλουμε να ξεπεράσουμε το συλλογικό απωθημένο, τα πολλαπλά τραύματα που δημιουργεί το ξερίζωμα από τον τόπο σου που δηλητηριάζουν τις σχέσεις των λαών. Σκεφθείτε ότι φέτος γίναμε δεκτοί με ενθουσιασμό σε ένα ανοιχτό πάνελ στην Καππαδοκία, σε μια περιοχή που είναι βαθιά εθνικιστική, με ρίζες που ανάγονται στο βαθύ τουρκικό κράτος, παρά το γεγονός ότι δεν διστάσαμε να καταπιαστούμε με πολύ τολμηρά θέματα που δίχασαν Έλληνες και Τούρκους στο παρελθόν» αναφέρει ο πανεπιστημιακός Κώστας Σοφούλης, πρόεδρος του ελληνικού τμήματος της «Δάφνης».

Ειρηνική συνύπαρξη. Ο γλύπτης Αντώνης Κουτσούμπας, που έζησε 17 χρόνια στη Σουηδία και τα τελευταία χρόνια ζει στην Ξάνθη, δέχτηκε την πρόταση να φιλοτεχνήσει μαζί με Τούρκο συνάδελφό του στην πόλη Νεφ Σεχίρ της Καππαδοκίας ένα μνημείο που θα συμβολίζει τον νόστο της προσφυγιάς και την ανάγκη για ειρηνική συνύπαρξη των δύο λαών.

«Οι παππούδες μου κατάγονται από την Ανατολική Θράκη και έχω μεγαλώσει με τις ιστορίες της προσφυγιάς. Θεωρώ ότι είναι πολύ σημαντικό για εμάς τους πρόσφυγες να πηγαίνουμε στα μέρη των παιδικών μας αφηγήσεων και να ερχόμαστε σε επαφή με τους ανθρώπους της απέναντι όχθης, γιατί αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να αποβάλουμε τα τραύματα του παρελθόντος και να προχωρήσουμε μπροστά».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.