Σημειώσεις από ένα βαλκανικό ταξίδι
Μόλις γύρισα από τα Βαλκάνια. Πήγα στα Σκόπια, στην Πρίστινα, στη Μητροβίτσα, στην Γκρατσάνιτσα… Από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τα Σκόπια ταξίδεψα με τρένο. Ένα τρένο που μοιάζει με το φάντασμα της Γιουγκοσλαβίας. Πριν από πολλά χρόνια πρέπει να ήταν τρένο πολυτελείας. Με μεγάλες καμπίνες και άνετες πολυθρόνες. Τώρα είναι εντελώς «γερασμένο», βρώμικο, σκουριασμένο, θλιβερό. Σαν σκελετός που συνεχίζει και ταξιδεύει μέσα στον χρόνο. Οι επιβάτες είναι λιγοστοί. Κυρίως φοιτητές ή μετανάστες που επιστρέφουν από τη Θεσσαλονίκη στα Σκόπια, στην Πρίστινα, στο Βελιγράδι. Ο καθένας «κλεισμένος» στη δική του καμπίνα. Οι περισσότεροι μιλούν ή καταλαβαίνουν ακόμα σερβοκροάτικα (τη γλώσσα της κάποτε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας), αλλά προτιμούν να μην έχουν παρτίδες μεταξύ τους. Μου κάνει εντύπωση πως στις στάσεις στέκονται στον διάδρομο, δίπλα δίπλα, κοιτώντας από το παράθυρο, χωρίς να απευθύνουν ποτέ τον λόγο ο ένας στον άλλον. Σαν να προέρχονται από άλλους πλανήτες. Ή μήπως φοβούνται να μάθουν ποιος είναι ο διπλανός τους;
Σε κάποια στάση προσπαθώ να πιάσω κουβέντα με μια νεαρή κοπέλα και έναν νεαρό άνδρα που στέκονται δίπλα μου στον διάδρομο. Ρωτάω στα αγγλικά την κοπέλα από πού είναι. «Από τη Σερβία», μου απαντάει. Σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη και τη λένε Μίρκα. Τον νεαρό άνδρα τον λένε Μπλερίμ και είναι Αλβανός από το Κόσοβο. Μόλις το ακούει, η Μίρκα αποσύρεται διακριτικά μέσα στην καμπίνα της…
Οι γονείς αυτών των παιδιών, που ταξιδεύουν με αυτό το θλιβερό τρένο, ανήκαν κάποτε σε μια ενιαία χώρα. Τώρα ανήκουν σε χώρες διαφορετικές και εχθρικές. Κάποτε οι γονείς τους ταξίδευαν χωρίς βίζα στις χώρες της Δύσης για να κάνουν διακοπές ή να ψωνίσουν. Τώρα, το μεγαλύτερο όνειρο των παιδιών τους είναι μια βίζα για τη Δύση. Για να αναζητήσουν εκεί ένα καλύτερο μέλλον, να ξεφύγουν από την εξαθλίωση και το δυσοίωνο μέλλον στις χώρες τους. Παντού όπου πήγα, στα Σκόπια, στην Πρίστινα, στη Μητροβίτσα, η παλαιά γενιά θυμάται με νοσταλγία τη Γιουγκοσλαβία πριν από τη διάλυση. «Τότε συνυπήρχαμε χωρίς πρόβλημα. Είχαμε υπόληψη και δουλειά» μου έλεγαν. Τώρα βλέπουν μόνο μίσος, ταπείνωση και ερείπια. Μίσος, ταπείνωση και ερείπια που άφησε πίσω του ο πόλεμος.
Ρώτησα πολλούς ανθρώπους για το πώς μπόρεσαν άνθρωποι που συνυπήρχαν σε μια ενιαία πατρίδα να αλληλοσκοτώνονται και να μη χωνεύουν πλέον ο ένας τον άλλον. Να μην μπορούν σήμερα να κάθονται μαζί ούτε στην καμπίνα ενός τρένου. Οι παλαιότεροι στέκονται αμήχανα. Σηκώνουν τους ώμους. Για τους νέους η απάντηση είναι πιο εύκολη: φταίνε οι άλλοι. Για τους Σέρβους φταίνε όλοι: ο Τίτο, οι Κροάτες, οι Αλβανοί, οι μουσουλμάνοι, το Βατικανό, οι Δυτικοί… Για τους Αλβανούς φταίνε οι Σέρβοι και μόνο αυτοί. Για τους Σλαβομακεδόνες φταίνε οι Αλβανοί και οι Σέρβοι… Εκείνοι που τολμούν να ψάξουν το κακό και μέσα τους είναι λίγοι. Η φωνή τους συνήθως πνίγεται από το τσίρισμα εκείνων που τρέφουν το μίσος και τις θεωρίες συνωμοσίας. Οι τελευταίοι αποτελούν μια άτυπη συμμαχία «πατριωτών», μαφιόζων και διεφθαρμένων πολιτικών που φουσκώνουν τα μυαλά των ανθρώπων με εθνικιστικό μίσος και τις τσέπες τους με πολλά φράγκα.
Είναι όμως πολλοί και εκείνοι που σου λένε, αλλά χαμηλόφωνα για να μην ακούγονται, ότι το παιχνίδι αυτό είναι βρώμικο, ότι έχουν κουραστεί, ότι το μόνο που θέλουν είναι μια ομαλή ζωή για τους ίδιους και τα παιδιά τους. Και η μάζα των «χαμηλόφωνων» ανθρώπων είναι ίσως η μεγαλύτερη ελπίδα για αυτές τις χώρες. Εδώ όμως σταματώ. Τη συνέχεια του βαλκανικού ταξιδιού θα τη διαβάζετε τις επόμενες μέρες…







