|
|
ΣΤΑ ΣΥΧΝΑ – ΠΥΚΝΑ τριήμερα των αποδράσεών μου στη Θεσσαλονίκη, θέλω δεν
θέλω, επανέρχονται, διά της βίας τα κλισέ που μου τη σπάνε.
ΚΛΙΣΕ ΠΡΩΤΟ. «H Θεσσαλονίκη είναι ερωτική πόλη!». Όποιος άσχετος
Αθηναίος – εκ χωρίου καταγόμενος ερωτηθεί – αμολάει ένα «ερωτική πόλη» και
καθαρίζει. Ερωτική. Ότι ενέχει έναν ερωτισμό και καλά. Αγάπη μου, αν τον
ερωτισμό δεν τον έχεις μέσα σου, άμα δεν τον «κουβαλάς εντός σου» τι να σου
κάνει κι η Θεσσαλονίκη. Να σου τον χώσει στο πετσί σου με τον ορό; Κάθε πόλη
είναι ερωτική – των πόλεων σιχαμάτων συμπεριλαμβανομένων – άμα εμείς είμαστε
μια χαρά άνθρωποι και δεν κουβαλάμε τη μιζέρια στην κωλότσεπη. Άμα ανηφορίσει,
δηλαδή, ο συμπλεγματικός, ο ανέραστος, κατά Θεσσαλονίκη μεριά, θα δει το φως
το αληθινόν; Όχι, βέβαια! Μαλάκας ήτανε, μαλάκας θα παραμείνει!
«H ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ H ΜΕΓΑΛΗ ΦΤΩΧΟΜΑΝΑ»! Έξοχο το τραγουδάκι, άλλα το σήμερα
το ακυρώνει. Καθόλου φτωχομάνα δεν είναι η Θεσσαλονίκη. Μια καλλονή είναι. Μια
υπέρκομψη κουκλάρα που περπατάει αγέρωχη στην Προξένου Κορομηλά και τρίζουν τα
πεζοδρόμια. Γοητευτική, λαμπερή, σταρ – η Θεσσαλονίκη από φτωχομάνα, είναι
σήμερα Θεσσαλονίκη αρχόντισσα!
«H ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΣΥΜΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ!». Αυτό το «συν» στον λαιμό μου κάθεται.
Συμπρωτεύουσα η Θεσσαλονίκη και πρωτεύουσα η Αθήνα. Που ‘χει μαζέψει όλο το
αλάι – μαλάι χωρίων και περιχώρων. Που την καταντήσαμε κατσούφα, άσχημη,
νευρωτική. Μια «πρωτεύουσα» με λακκούβες στους δρόμους και μαύρους κύκλους στα
μάτια. (Ή λακκούβες στα μάτια και μαύρους κύκλους στους δρόμους;) Παστώνει η
φουκαριάρα το ένα στρώμα μέικ απ πάνω στο άλλο, μπας και – εν όψει Ολυμπιακών
– δεν διακρίνουν οι αλλοδαποί και αλλόθρησκοι το τσακισμένο της πρόσωπο!
«H ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΝΥΦΟΥΛΑ TOY ΘΕΡΜΑΪΚΟΥ». Σοβαρά; Με τον Θερμαϊκό
αποκαταστάθηκε τελικώς το κορίτσι; Ευτυχήσανε στον γάμο τους ή μήπως αυτός την
κερατώνει με τον Παγασητικό;
ΣΤΑ TPIHMEPA των αποδράσεών μου στη Θεσσαλονίκη, όλα τα παλιά γίνονται
καινούργια. Όλα τα γνωστά, άγνωστα. H Πλατεία Αριστοτέλους δεν χορταίνεται η
άτιμη. H βόλτα στην παραλία. H «Τσιμισκάδα» με τις σακούλες στο χέρι. H
αρχοντιά των ξενοδοχείων. Οι εστιάτορες που δεν σου φτύνουν ένα «τι θα πάρετε»
(να το πάρετε, να το σαβουρώσετε, να πληρώσετε, να φύγετε), αλλά «πώς να σας
περιποιηθούμε». Άλλη γλύκα. Αλλιώς πάει κάτω η μπουκιά. Ο περαστικός που του
ζητάς μια διεύθυνση κι από τη ζεστασιά του, βρίσκεσαι μέσα σε ένα δεκάλεπτο να
του ξερνάς την ιστορία της ζωής σου. H Τούμπα που παίζει η ομαδάρα μου. Τα
θέατρα, τα μουσεία, τα Λαδάδικα. Και λίγο πιο κάτω, λίγο πιο έξω, η Βεργίνα
και το μαγευτικό Σπήλαιο Πετραλώνων που, αν δεν πήγαινα τον γιο μου, ούτε εγώ
δεν θα ξεστραβωνόμουνα να τα επισκεφτώ.
ΓΙΑ ΑΛΛΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ – κι όχι για τα κλισέ που σέρνει στα πόδια της, σαν
αλυσίδες – τη Θεσσαλονίκη την αγαπάω. Την αγαπάω και την πάω. Γιατί η
Θεσσαλονίκη έχει φινέτσα. Ξέρει να ντύνεται. Ξέρει να φέρεται. Είναι η
γενέτειρα τόσων σημαντικών επιστημόνων και καλλιτεχνών. Ενθαρρύνει την πρόοδο,
αλλά τιμά την παράδοση. Έχει χιούμορ κι έχει και πάθος. Είναι μεγαλοαστή, αλλά
όχι σνομπ.
(Θεσσαλονίκη, 500 χιλιόμετρα; Γιατί μες στην καρδιά μου είσαι δίπλα πόρτα;)
THN ΑΓΑΠΑΩ. Την πάω. Γιατί είναι αυτή που είναι. Γιατί λάμπει όπως
λάμπει. Γιατί, στην τελική, κι εγώ κατά το ήμισυ, Θεσσαλονικιά είμαι: Μόνο σε
μια τέτοια σπάνια πόλη θα μπορούσε να γεννηθεί μια σπάνια γυναίκα…
H μάνα μου!








