Στη B’ Σκηνή του «Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας» όλος ο χώρος αναπτύσσεται ως

σκηνικό για την παράσταση των «Ορφανών», του Λιλ Κέσλερ. Ο Πέτρος Λαγούτης, ο

Άλκης Παναγιωτίδης και ο Παναγιώτης Παναγόπουλος βρίσκουν στο μικρό, υπόγειο

θεατράκι, την ευρυχωρία να αναπτύξουν τους ρόλους και τη στάση τους πάνω στο θέατρο

Την τελευταία δεκαετία πολλαπλασιάζονται, σαν την άμμο της θάλασσας, οι μικροί

χώροι που βαφτίζονται θέατρα. H τάση, που ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80, με τις

διαστάσεις που έχει πάρει πλέον διαμορφώνει το καθεστώς της σύγχρονης

θεατρικής τέχνης. Στην Αθήνα, σήμερα, μετράμε περισσότερα από 30 θεατράκια που

συγκεντρώνουν τους πιο «ψαγμένους» θεατές. Σε λίγα τετραγωνικά, τα οποία

αναλογούν στα τετραγωνικά μιας ευρύχωρης γκαρσονιέρας, στριμώχνονται 35 έως

100 άτομα, με την προσμονή μιας ανατροπής, μιας καινούργιας πρότασης, μιας

«καλτ» ολιγοπρόσωπης παράστασης.

Την άποψη πως δεν έχει σημασία τόσο η στέγη, όσο το τι στεγάζει, επαληθεύουν

συχνά οι μικροί θεατρικοί χώροι, που αν και λειτουργούν ως υποκατάστατα

θεάτρων, με χαμηλές οικονομικές και τεχνικές προδιαγραφές, εισπράττουν άτυπα

την υποστήριξη της θεατρικής κοινότητας. Γιατί δίνουν διέξοδο στην ανάγκη,

κυρίως νέων, να κάνουν τα πρώτα τους βήματα, καθώς λειτουργούν ως «φυτώρια»

όπου συνωστίζονται αγωνίες, προσδοκίες, ματαιοδοξίες, ενδιαφέρουσες ή

φιλότιμες σκηνικές προτάσεις, αλλά και αμήχανες, ασήμαντες ή αποτυχημένες

προσπάθειες. Κάθε χρόνο μάλιστα, έχουμε μια παράσταση που γίνεται το «χιτ» της

σεζόν. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις πολυσυζητημένες, εμβληματικές σχεδόν,

επιτυχίες αυτών των χώρων: «Σόπινγκ και φάκινγκ», «Βενετσιάνα», «Γυάλινος

κόσμος», «Πέτρες στις τσέπες», «Το τέλος του παιχνιδιού», «Αγάπης αγώνος

άγονος».

H κλίμακα είναι ενδεικτική. Από τα 102 θέατρα που λειτουργούν στην

Αθήνα, τα μισά είναι σχεδόν μεταποιημένα υπόγεια, γκαράζ, φούρνοι, βαφεία,

εξώστες παλιών κινηματογράφων, δώματα, φουαγιέ, μπαρ, κλαμπ, δεύτεροι και

τρίτοι όροφοι, αποθήκες, βαφεία, στενά δωμάτια, παλιά σπίτια, βαγόνια τρένου,

δημοτικά σχολεία, συνεργεία. Στα περισσότερα απ’ αυτά μάλιστα, αξιοποιήθηκε

κάθε τετραγωνικό μέτρο και δημιουργήθηκαν τα θέατρα «τσέπης», όπου λειτουργούν

οι Δεύτερες Σκηνές θεατρικών συγκροτημάτων, επιχορηγούμενων θεάτρων, όπως

είναι ο «Εξώστης» στο «Αμόρε», το υπόγειο της «Οδού Κεφαλληνίας», το Δώμα και

ο Κάτω Χώρος στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», ο δεύτερος όροφος του «Απλού», του

«Από Μηχανής», των «Ροών», του «Πορεία», το Φουαγιέ του «Γκαράζ» του Εθνικού

κ.ά.

Στους λιλιπούτειους θεατρικούς χώρους αθροίζονται και αυτόνομες μικρές

σκηνές πειραματικών δοκιμών και πολλαπλών χρήσεων, όπως είναι ο «Φούρνος», το

«Άλεκτον», το «Μικρό Μουσικό Θέατρο», το «Θέατρο της Οδού Αντιοχείας», της

«3ης Σεπτεμβρίου», το «Εντροπία», το «Τρένο στο Ρουφ», τα Club «Free2Go»,

«AnClub» και «Booz», το «Στούντιο Λήδρα», το «Ιλίσια Στούντιο», η αποθήκη του

θεάτρου «Πειραιώς 131», το «Βαφείο», το φουαγιέ του θεάτρου «Βικτώρια» και του

σινέ-«Αφροδίτη», ο πάνω χώρος του θεάτρου «Τόπος αλλού», το Blacκ Box του

θεάτρου «Επί Κολωνώ», το «Μπαράκι του Βασίλη» κ.ά. Πολλές απ’ αυτές

ενοικιάζονται σε καινούργιες ομάδες που, ιδίοις εξόδοις, δοκιμάζουν τις

προτάσεις τους και δείχνουν δυνατότητες, προοπτικές ή ματαιοδοξίες.

«Ιδανικά για πειραματισμούς»

Στον «Φούρνο» των πολλαπλών χρήσεων, με περισσότερες από 100 παραγωγές τον

χρόνο, βρίσκουν πολλοί προοδευτικοί καλλιτέχνες στέγη, αφού εκτός από τις

δικές του παραγωγές ο χώρος ενοικιάζεται.

«Σε επιλεγμένες όμως παραγωγές, που θεωρούμε πως ταιριάζουν στην καλλιτεχνική

φυσιογνωμία του χώρου», λέει η Ντοντό Σαντοριναίου, που διευθύνει με

τον Μάνθο Σαντοριναίο τον ιδιόκτητο πρώην φούρνο που διαμόρφωσαν (1992) σε

χώρο πολλαπλών χρήσεων. «Στόχος μας ήταν μέσα από την πολυφωνία και την

πολυμορφία να αποκτήσει ο χώρος καλλιτεχνική φυσιογνωμία. Γι’ αυτό οι

περισσότερες παραγωγές είναι δικές μας. Αλλά και οι εξωτερικές, όταν δηλαδή ο

χώρος δίδεται (σ.σ.: το ενοίκιο είναι περίπου 220 ευρώ – 75.000 δραχμές – την

ημέρα), προσπαθούμε, με κριτήρια την αξιοπιστία του έργου και τη δυναμική του

νέου δημιουργού, να διατηρήσουμε την αισθητική ομοιογένεια που συνδυάζει το

μπαρ, τα DJ πάρτι, τις μουσικές βραδιές με θεατρικές παραστάσεις, παιδικό

θέατρο, περφόρμανς, video art και προώθηση του ψηφιακού πολιτισμού. Είναι

επένδυση δύσκολη, με ελάχιστα κέρδη. Είναι ένας χώρος πρόταση που επαληθεύεται

από το γεγονός πως η ζήτησή του μεγαλώνει. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι

φέτος ολοκληρώνουμε τον προγραμματισμό της επόμενης χρονιάς».

«Αν και μικροί χώροι, είναι “φωτεινοί” και χαρούμενοι, γιατί είναι

“ανοιχτοί” σε νέες ομάδες, νέες δυνάμεις, από τις οποίες τροφοδοτείται η

αγορά», λέει ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, που με τη δημιουργία του

«Θεάτρου του Νότου» (1998) αξιοποίησε τον κάτω χώρο, το δώμα, ακόμα και το

διπλανό μηχανουργείο. «Είναι χώροι εργαστηριακοί, όπου δοκιμάζονται νέες

δυνάμεις, καινούργια έργα. Εδώ γίνονται με σοβαρότητα και φρεσκάδα

πειραματισμοί σε φόρμες, σε ιδέες. Οι στόχοι δεν είναι εμπορικοί, αλλά καθαρά

καλλιτεχνικοί. Αυτή είναι η δική μας αντιμετώπιση, που προσωπικά με ανανεώνει.

H μίζερη λογική δεν μας αφορά. Όπως ένα μικρό βιβλίο μπορεί να είναι ένα μικρό

βιβλίο με αξία, έτσι και οι μικροί χώροι μπορεί να είναι μικρά θέατρα με

δυναμική έκφραση. Έστω και αν οι παραστάσεις τους είναι παραγωγές με

οικονομικές απώλειες. Γιατί πάντα τα έξοδα είναι περισσότερα από τα έσοδα.

Αλλά γι’ αυτό και επιχορηγούνται».

ΘΕΑΤΡΟ «ΑΜΟΡΕ»

«Λύση ανάγκης οι μικροι χώροι»

«Κυρίως είναι χώροι προώθησης νέων καλλιτεχνών, νέων ιδεών, που δοκιμάζονται

σε μικρό “φορμά”, πριν προχωρήσουν στον μεγαλύτερο χώρο», λέει ο Γιάννης

Χουβαρδάς, ο οποίος με την ίδρυση του «Θεάτρου του Νότου» (1991)

αξιοποίησε τον «Εξώστη» στο «Αμόρε» ανεβάζοντας δύο, τρεις και τέσσερις

παραγωγές κάθε χρόνο. «Για μας ήταν μια λύση ανάγκης για Δεύτερη Σκηνή. Υπό

άλλες συνθήκες, κατάλληλος χώρος για Δεύτερη Σκηνή θα έπρεπε να είναι η

Κεντρική (ευέλικτη σκηνή και πλατεία 200 θέσεων). Πάντως, δεν επικεντρώνουμε

στον “Εξώστη” το ενδιαφέρον μας για πειραματισμούς. Δουλεύουμε παράλληλα και

στις δύο σκηνές, όπου είναι ανάλογοι οι στόχοι και οι απαιτήσεις. Πιστεύω, πως

η τάση που διαμορφώνεται με μια δυναμική γύρω από τα μικρά θέατρα, είναι λύση

ανάγκης. Πρακτικό είναι το θέμα. Μετά έρχεται μια αιτιολόγηση που χρειάζεται

πνευματική, ιδεολογική βάση. Συνήθως, τα μικρά θέατρα είναι τόποι συνάντησης

της νεολαίας, γιατί κατά κανόνα παρουσιάζουν έργα σύγχρονα, ανατρεπτικά. Πάντα

όμως το ταμείο είναι μείον, ακόμα και αν έχουν την μεγίστη πληρότητα.

Παίζονται για περιορισμένο χρόνο σε χώρους περιορισμένης χωρητικότητας. Γιατί

αν τα 50 άτομα, που γεμίζουν τον “Εξώστη”, δίνοντας την αίσθηση της επιτυχίας,

τα είχαμε στην Κεντρική Σκηνή, η αίθουσα θα ήταν άδεια, δίνοντας αίσθηση

αποτυχίας.

ΘΕΑΤΡΟ «ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ»

«Ποτέ δεν βγάζει τα έξοδα»

«Με τη λειτουργία της Δεύτερης Σκηνής στο υπόγειο του θεάτρου της “Οδού

Κεφαλληνίας”, αποσκοπούμε στο να δώσουμε την ευκαιρία να βγουν στον χώρο

καινούργιοι άνθρωποι, νέοι συγγραφείς, σκηνοθέτες, μέσα όμως από παραγωγές

απαιτητικές, επαγγελματικές», λέει η Μπέτυ Αρβανίτη, η οποία παράλληλα

με τη ίδρυση της «Πράξης» (1987) δημιούργησε τη B’ Σκηνή, που διευθύνει ο

Βασίλης Πουλατζάς. «H δουλειά που γίνεται στον κάτω χώρο είναι το καμάρι μας.

Γιατί κάνουμε πράξη την πίστη μας στους καλλιτέχνες που εμπιστευόμαστε,

νεώτερους αλλά και παλαιότερους, δίνοντας τον χώρο και αναλαμβάνοντας τις

παραγωγές παραστάσεων που έχουν προδιαγραφές κεντρικής σκηνής. Ενδεικτικά

αναφέρω πως δούλεψαν εδώ ο Νίκος Μαστοράκης, η Ελευθερία Σαπουντζή, ο

Αλέξανδρος Μυλωνάς, ο Δημήτρης Οικονόμου, ο Σοφοκλής Πέππας, ο Κοσμάς

Φοντούκης, ο Στάθης Λιβαθινός, φέτος ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος. Δεν κάνουμε

κανένα σκόντο στην παραγωγή. Το σίγουρο είναι πως ποτέ μια παράσταση στον κάτω

χώρο ακόμα και αν έχει 100% πληρότητα – και συνήθως έχει – δεν βγάζει τα έξοδά της».

«Κατακόμβες» πολιτικής απαξίας

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου

Ο Βασίλης Παπαβασιλείου, ο οποίος σκηνοθετεί φέτος στο Γκαράζ της

«Πειραματικής Σκηνής» του Εθνικού, δίνει πολιτική διάσταση στην ανάπτυξη των

μικρών θεατρικών χώρων. «Ένα μικρό θέατρο μπορεί να λειτουργήσει καλλιτεχνικά

ως πρόκληση. Ωστόσο, σε συμβολικό και πρακτικό επίπεδο, δείχνει την απαξία της

Πολιτείας. Πώς έχει συμπεριφερθεί το κράτος στα τρία θεατρικά κτίσματα που

αναγέρθηκαν με δημόσια δαπάνη, από την ίδρυσή τους, τον 19ο αιώνα, μέχρι

σήμερα; Το Δημοτικό κατεδαφίστηκε επί Κοτζιά, το Δημοτικό Πειραιά παραμένει

αχρηστεμένο από τους σεισμούς και το Εθνικό τής Αγίου Κωνσταντίνου είναι

κλειστό και υπό ανακαίνιση. H Πολιτεία, αντί για ανακαίνιση, αποκατάσταση,

επέκταση και δημιουργία νέων χώρων, “στέλνει” τους ανθρώπους του θεάτρου σε

δώματα, σε υπόγεια και γκαράζ. Αμήχανοι κυριολεκτικώς χώροι, στην καλύτερη

περίπτωση δίνουν διέξοδο στην ανάγκη κάποιων, κυρίως νέων, να πουν “είμαι κι

εγώ εδώ”. Αλλά κατά πόσο μπορεί να αφορά ευρύτερα αυτό; Είμαστε στον 21ο

αιώνα. Με ποια εργαλεία εμείς οι σκηνίτες θα δουλέψουμε; Με αυτά που

αντιστοιχούν στην περίοδο της κατακόμβης; Δηλαδή, θα είμαστε σαν τους

τελευταίους χριστιανούς στη Ρώμη; Θα δουλέψουμε στα υπόγεια των υπογείων;

Γιατί τώρα μιλάμε για τέταρτο βαθμό υπογείων ή για πέμπτο βαθμό δώματος. Είναι

δυνατόν το θέατρο να αντιμετωπίσει ακόμα και των ανταγωνισμό των άλλων μέσων,

χωρίς να ενεργοποιεί και να επιστρατεύει όλα του τα όπλα; Χρειάζεται μια άλλη

αξιολόγηση στο καθεστώς της θεατρικής τέχνης, μια επενδυτική χροιά».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.