|
|
Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει στο σύνολό της τη δουλειά του Μάνου Λοΐζου
είναι ότι τα περισσότερα τραγούδια του έγιναν επιτυχίες. Τραγούδια απλά, με
ωραίες μελωδίες, περίεργες ενίοτε (για την εποχή τους) ενορχηστρώσεις,
τραγούδια mε φρεσκάδα και αμεσότητα.
Στις 17 Σεπτεμβρίου θα έχουν συμπληρωθεί 20 χρόνια από τον θάνατό του. Στις 17
Σεπτεμβρίου του 1982, ο γλυκός άνθρωπος, ο φίλος, ο συναγωνιστής, ο μελωδός
πέρασε διά παντός, στα 45 του μόλις, στην αντίπερα όχθη, αφήνοντας πίσω του
μια ανεκτίμητη (για το ελληνικό τραγούδι) κληρονομιά, που συνεχίζει να είναι
ζωντανή, ολοζώντανη, κυρίως στο λάιβ ρεπερτόριο καθιερωμένων και νεώτερων
τραγουδιστών.
«Έλεγε συχνά ο Λοΐζος, μεταξύ σοβαρού και αστείου», γράφει ο Λευτέρης
Παπαδόπουλος στο βιβλίο του («Μάνος Λοΐζος», Εκδόσεις Κάκτος), «είμαι σε θέση,
όταν έχω κέφι, να μελοποιήσω και τον τηλεφωνικό κατάλογο».
«Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια αυτή η κουβέντα», συνεχίζει. «Ο Μάνος,
όποιους στίχους έπαιρνε στα χέρια του, τους έντυνε με χρυσάφι. Κατά την άποψή
μου, αυτός ο σπουδαίος δημιουργός δεν έχει αποτύχει σε κανένα τραγούδι του.
Όλα του τα τραγούδια είναι επιτυχημένα. Άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο
(…) Το να δημιουργεί κανείς εξαιρετικές μελωδίες, δεν έχει να κάνει με το αν
είναι προικισμένος μουσικός. Ο Λοΐζος λίγα πράγματα γνώριζε από μουσική (μήπως
γνώριζε ο Τσιτσάνης;). Ήταν, όμως γεννημένος μελωδός».
Γεννήθηκε το 1937 στην Αλεξάνδρεια, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά
του χρόνια, και σε ηλικία 17 ετών ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει
Φαρμακευτική. Φαρμακευτική βέβαια δεν σπούδασε ποτέ, ούτε Οικονομικά που
δοκίμασε λίγο αργότερα. Το 1962 θα κυκλοφορήσει από τη Fidelity το πρώτο του
45άρι με τον «Δρόμο» («Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία…»), με ερμηνευτή
τον Γιώργο Μούτσιο. Το 1962 είναι και η χρονιά της πρώτης του κοινής συναυλίας
με τον Λεοντή στο «Ακροπόλ», όπου τους παρουσίασε στο κοινό ο Μίκης
Θεοδωράκης.
Ανήκοντας πάντα στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς κυνηγήθηκε από τη χούντα και
πολλά από τα τραγούδια του λογοκρίθηκαν, με αποτέλεσμα να γνωρίσουμε μεγάλο
μέρος της δουλειάς του τη δεκαετία του ’70. Κάθε εμπόδιο για καλό (μπορεί να
πει κανείς) και μάλλον δεν θα πέφτει πολύ έξω. Γιατί ήταν εκείνη ακριβώς την
εποχή που τροφοδοτήθηκε με «νέο αίμα» η ελληνική δισκογραφία, νέους συνθέτες
και νέες φωνές, που υποστηρίχθηκαν σοβαρά από τις εταιρείες τους και έδωσαν
νέα ώθηση στο ελληνικό τραγούδι. Ο Μάνος Λοΐζος ανήκε, τότε, στην ευρεία παρέα
της «άνοιξης» του τραγουδιού: Λευτέρης Παπαδόπουλος (που ήταν και στενός
φίλος), Γιάννης Νεγρεπόντης, Δημήτρης Χριστοδούλου, Αχιλλέας Θεοφίλου (ο
παραγωγός), Μανώλης Ρασούλης (στα τέλη του ’70) και οι νέες φωνές, τότε,
Χαρούλα Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Δήμητρα Γαλάνη,
Γιάννης Καλαϊτζής συνέδεσαν την πορεία τους στον χώρο.
Αθάνατα τραγούδια όπως αυτά σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου από το LP
«Σταθμός» – «Το παλιό ρολόι», «Η δουλειά κάνει τους άνδρες»- ή από τις
«Θαλασσογραφίες» – «Κόκκινο, γλυκό μου στόμα», «Δέκα παλληκάρια», «Τζαμάικα» –
έχουν καταχωρηθεί στις «κλασικές» επιλογές, σε εκείνη τη βάση τραγουδιών που
έδωσε χρώμα και ύφος στις δεκαετίες ’60 και ’70. Για να μην πούμε για στίχους
όπως το «Μερτικό μου απ’ τη χαρά» («Δεν θα ξαναγαπήσω») που τότε πέρασε κάπως
στα… ψιλά και σήμερα μεσουρανεί στα λάιβ προγράμματα. Ή τραγούδια όπως τα
«Ax χελιδόνι μου», «Καλημέρα ήλιε», «Τ’ ακορντεόν», «Ο γέρο νέγρο Τζιμ», «Όλα
σε θυμίζουν», «Σ’ ακολουθώ» κ.ά.
INFO
Η Minos-ΕΜΙ επανεκδίδει τη συνολική δισκογραφία του Μάνου Λοΐζου σε 12 CD:
δέκα ολοκληρωμένοι δίσκοι από το 1968 μέχρι το 1980, ένα CD με σκόρπιες
ηχογραφήσεις και ένα CD με τη δουλειά του πάνω σε ποίηση Ναζίμ Χικμετ, σε
απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Την επανέκδοση επιμελήθηκαν η Μυρσίνη Λοΐζου (κόρη του
Μάνου Λοΐζου), ο Γιώργος Τσάμπρας και ο Πέτρος Παράσχης. Ο δε ραδιοφωνικός
σταθμός Μελωδία κυκλοφορεί ένα διπλό CD με όλες τις γνωστές φωνές της εποχής
μας (από Μελίνα Κανά και Χρήστο Θηβαίο μέχρι Κώστα Θωμαΐδη και Διονύση Τσακνή)
με επανεκτελέσεις τραγουδιών του.








