Η καταγωγή του Ανδρέα Μιαούλη απασχολεί τον κ. Δημήτριο Α. Λισμάνη,
αντιναύαρχο ε.α.
|
|
«Το πατρογονικό επώνυμο του ναυάρχου καπ. Ανδρέα Μιαούλη ήταν Βώκος.
Παλαιότερα, το επώνυμο ήταν Μπούκας. Βούκος είναι ο μεταγενέστερος τύπος του
δωρικού “βώκος”, που σημαίνει ο βουκαίος, βουκόλος, βοσκός βοών, γελαδάρης. Η
αρχική απασχόληση της οικογένειας ταυτίζεται με την εννοιολογική σημασία του
επωνύμου της.
Ήσαν Αρβανιτάδες στεριανοί, απ’ αυτούς που οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες είχαν
αφήσει να κατοικήσουν μέρη της Θεσσαλίας και απλώθηκαν ύστερα και στην άλλη
Ελλάδα.
Όταν στις 12 Ιουλίου του 1470 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Εύβοια, πολλοί από τους
Αρβανίτες αυτούς κατέφυγαν στα βουνά και έκαναν χωριά. Ένα τέτοιο χωριό είναι
η πρώτη γνωστή πατρίδα των Βωκαίων, Σέτα, όπου ζούσαν ως ξυλουργοί και
κτηνοτρόφοι. Γενιά βουνήσια, σκληρή και ανυπόταχτη.
Αργότερα, οι Βωκαίοι κατέβηκαν σ’ έναν μικρό συνοικισμό, τα Φύλλα, οκτώ
χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Χαλκίδας. Έγιναν κουρσάροι. Τα Φύλλα – το παλιό
προικιό της Βαλιδέ Σουλτάνας, στα χρόνια των Τούρκων – είναι ένας εύφορος
τόπος καταμεσής στο Ληλάντιο. Όχι παλιά, υπήρχε στα Φύλλα και συνοικία “Παλιά
Βωκέικα”.
Ένας από τους προγόνους του καπετάν Δημήτρη Βώκου έφτασε στα μαχαίρια με τους
Τούρκους. Αναγκάστηκε έτσι η γενιά των Βωκαίων, από τον παππού – ίσως και πιο
πέρα – του καπετάν Δημήτρη, το 1668, να φύγει και να κρυφτεί, πρώτα στο
ερημονήσι Δοκό και ύστερα να περάσει στην Ύδρα. Παράτησαν το κούρσος και
έκαναν ήσυχη ζωή του τίμιου θαλασσινού. Έζησαν ελεύθερα και πρόκοψαν από τη
νέα δουλειά. Δεν ξανάφυγαν οι Βωκαίοι απ’ το νησί.
Ο Αθανάσιος Ανδρ. Μιαούλης (ο σύγχρονος ποιητής Θανάσης Άνθιμος) κατ’ ευθείαν
απόγονος του γιου του ηρωικού ναυάρχου Αντώνη, αναφέρει τα εξής σχετικά με την
άφιξη των Βωκαίων στην Ύδρα (σύμφωνα με τα οικογενειακά αρχεία): “Όταν κάποιος
Τούρκος ατίμασε μιαν Ελληνίδα στην Εύβοια, οι συγγενείς της έφυγαν από την
Εύβοια και πήγαν στην Ύδρα. Ένας από τους προγόνους του Ανδρέα Μιαούλη – που
είχαν ήδη μετοικήσει στην Ύδρα μεταξύ 1650-1668 – ζήτησε από τους συγγενείς
της κοπέλλας να πάρει αυτός εκδίκηση για την ατίμωσή της. Έφυγε λοιπόν από την
Ύδρα και πήγε στην Εύβοια για να βρει τον υπεύθυνο Τούρκο. Τον σκότωσε, τον
κρέμασε από το τσιγκέλι μέσα σ’ ένα μαγαζί και επέστρεψε στην Ύδρα”.
Έτσι έφτασαν οι Βωκαίοι στην Ύδρα, την εποχή που σημειωνόταν το τέλος της
γεωργικής και τσοπάνικης ζωής της, για να δεθούν με την ιστορία της και να
γίνουν η μεγαλύτερή της δόξα».








