|
|
Δεν θα σβήσει ποτέ από τη μνήμη μου το χαμένο βλέμμα του δεκαπεντάχρονου
αγοριού, που ήρθε στο δικαστήριο καταγγέλλοντας τον πατριό του, ο οποίος, εν
ονόματι της αυστηρής πειθαρχίας και της διαπαιδαγώγησης, συστηματικά τον
ταπείνωνε με λόγια, αντιμετωπίζοντας σαν έγκλημα κάθε εκδήλωση της παραμικρής
εφηβικής του αταξίας. Για σωφρονισμό, μεταξύ άλλων, τον έβγαζε έξω από το
σπίτι αργά το βράδυ και τον περιμάζευαν στα σπίτια τους οι γείτονες χωρίς ποτέ
να αφήσει εμφανή σημάδια της βαναυσότητας της συμπεριφοράς του. Έτσι ο πατριός
μεθόδευε σταδιακά αλλά σίγουρα την απομάκρυνση του ενοχλητικού για την
προσωπική του ηρεμία νεαρού από το σπίτι, αδιαφορώντας για τη στρέβλωση της
προσωπικότητας, που προξενούσε σε ένα παιδί.
Και ενώ αυτά κατέθεταν οι γείτονες με την ομόφωνη επίκληση της βοήθειας
του δικαστηρίου και ενώ τα ιατρικά πιστοποιητικά μιλούσαν για διαγεγνωσμένη
ψυχολογική διαταραχή με εκδηλώσεις φοβικού συνδρόμου και δειλίας, είδαμε στο
ακροατήριο το ίδιο το αγόρι κάτω από την προφανή συναισθηματική πίεση της
μητέρας να ανακαλεί όσα απελπισμένο είχε καταθέσει στην προανάκριση.
Το ζήτημα δεν είναι ότι έμεινε ποινικά ατιμώρητος ένας ασυνείδητος
πατριός. Το ζήτημα είναι ότι το νεαρό αγόρι συνέχισε να μεγαλώνει μέσα στο
κλίμα του ψυχικού βιασμού, που περιέγραψαν οι γείτονες, και σήμερα άνδρας πια
καλείται να αναλάβει τη μερίδα της ευθύνης που του αναλογεί στην κοινωνία
χωρίς ίσως να έχει ακόμη απαλλαγεί από το «φοβικό σύνδρομο» που του
κληροδότησε η τραυματική εφηβεία του.
Και διερωτάται κανείς: πόσο μπορεί η Δικαιοσύνη, που δρα μόνον
κατασταλτικά, να βοηθήσει σε τέτοιες περιπτώσεις; Νομίζουμε από ελάχιστα έως
καθόλου. Διότι όταν, έστω και σπανίως, φθάσει μια τέτοια υπόθεση στη
Δικαιοσύνη, έχει ήδη εκδοθεί και το ιατρικό πιστοποιητικό για την ψυχολογική
διαταραχή του ανηλίκου. Δηλαδή η βλάβη του αγαθού που καλείται ψυχική και
σωματική υγεία των ανηλίκων έχει ήδη επέλθει. Και ας μην ξεχνάμε ότι η ψυχική
και σωματική υγεία των ανηλίκων πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν κοινωνικό και
όχι σαν ατομικό αγαθό, αφού σ’ αυτήν θεμελιώνεται ολόκληρο το οικοδόμημα της
κοινωνίας.
Στις παλαιότερες κλειστές κοινωνίες, τα νεαρά άτομα προστατευόντουσαν
από την ευρύτερη οικογένεια και την κοινωνική ομάδα. Η σημερινή χαλάρωση του
κοινωνικού ιστού δεν επιτρέπει πλέον τη λειτουργία τέτοιων μηχανισμών, τους
οποίους μοιραία καλείται να υποκαταστήσει η κρατική μηχανή.
Η κακοποίηση των ανηλίκων πρέπει να είναι υπόθεση περισσότερο των
κοινωνικών και υγειονομικών υπηρεσιών και λιγότερο της Δικαιοσύνης. Η
Δικαιοσύνη στις περιπτώσεις αυτές καλείται απλώς να επικυρώσει με μία
καταδικαστική απόφαση τη διαπίστωση της ανθρωπιστικής ένδειας της Πολιτείας.
Πρόσφατα ήρθε στη δημοσιότητα η υπόθεση κακοποίησης ενός μικρού παιδιού από τη
γυναίκα που είχε προσληφθεί για να το προσέχει. Οι γονείς, έχοντας βάσιμες
υποψίες πως δεν του φερόταν καλά, τοποθέτησαν κρυφή κάμερα στο σπίτι και,
δυστυχώς, διαπίστωσαν πως είχαν δίκιο. Το σχετικό βίντεο προβλήθηκε κατά κόρον
από τα κανάλια, ενώ οι συζητήσεις περί του πόσο μπορεί κανείς να εμπιστευθεί
σ’ έναν ξένο άνθρωπο το παιδί του, προβλημάτισαν όλους τους εργαζόμενους
γονείς.
Αν εμείς τους βεβαιώσουμε πως το ποσοστό παρομοίων κρουσμάτων είναι μηδαμινό
σε σχέση με εκείνο που αντιστοιχεί σε κακοποιήσεις παιδιών από τους γονείς
τους, τι θα έλεγαν; Μια «βόλτα» στο αρχείο της εφημερίδας δεν αφήνει καμιά
αμφιβολία. «Βασάνισαν μέχρι θανάτου το μωρό τους», «21χρονη πέταξε στα
σκουπίδια το μωρό της», «Πατέρας χτυπούσε αλύπητα τα παιδιά του». Πρόκειται
για κάποιους από τους πολλούς τίτλους σχετικών δημοσιευμάτων, των οποίων το
περιεχόμενο είναι συνταρακτικό.
Χαρακτηριστικό των περισσοτέρων περιπτώσεων είναι το κακό κλίμα που επικρατεί
μεταξύ των συζύγων. Οι εχθρικές διαθέσεις του ενός για τον άλλον ξεσπούν συχνά
στα ανυπεράσπιστα παιδιά. Αν μάλιστα ο βάναυσος της οικογένειας είναι ο
πατέρας, τότε η αξιόποινη αυτή συμπεριφορά είναι πιθανό να μη δει ποτέ το φως
της δημοσιότητας. Κι αυτό γιατί η μητέρα, προκειμένου να μη μείνει χωρίς
σύζυγο (έστω και τέτοιο), κάνει πως δεν βλέπει…
Η προστατευτική έναντι του συζύγου συμπεριφορά επιτείνεται όταν ο άνθρωπος
αυτός δεν είναι ο πατέρας των παιδιών που κακοποιούνται. Ακούγεται παράδοξο,
αλλά είναι αληθινό. Η μητέρα, όσο κι αν υποφέρει, δεν τολμά να αποκαλύψει τη
δυστυχία που κρύβει το σπίτι της, την οποία ενδεχομένως η ίδια έχει
προκαλέσει. Γιατί; Για να μη στερηθεί τον… προστάτη!
Η ανέχεια, η ανεργία, οι κακές συνθήκες διαβίωσης αποτελούν συνήθως τις αιτίες
κακοποίησης των παιδιών, ακόμη και από τη μητέρα τους. Κακοποίηση εξάλλου δεν
είναι μόνο ο ξυλοδαρμός. Είναι και η εγκατάλειψη, είναι και η αδιαφορία, που
πολύ συχνά έχουν εξίσου καταστροφικές συνέπειες για τον ψυχικό κόσμο του
παιδιού και την εξέλιξή του. Κυρίως όταν ο δράστης είναι η μητέρα. Η οποία το
συνειδητοποιεί πολύ αργά…
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΔΗ
Μετάνιωσαν κάπως αργά
|
Παναγιώτης και Χριστίνα Γιαννακούδη. Τα ελαφρυντικά ήταν μόνο για το δικαστήριο
|
«Ο σύζυγός μου δεν είναι καλά. Από την ημέρα που βγήκε από το Δρομοκαΐτειο
έχει γίνει βίαιος απέναντί μου. Δεν ζω πια μαζί του και ούτε θέλω να
ξαναζήσω».
«Έχω πολλά να πω για τη γυναίκα μου. Εκείνη μένει με τον φίλο της. Θέλω να
πάρω κοντά μου τα παιδιά μου».
Αυτά έλεγαν η Χριστίνα και ο Παναγιώτης Γιαννακούδης δύο μήνες μετά τη σύλληψή
τους με τη βαριά κατηγορία της κακοποίησης τριών παιδιών. Των παιδιών τους,
που, σε ηλικία 16, 14 και 10 ετών, γνώρισαν την αναλγησία και τη βαναυσότητα
μέσα στο σπίτι τους.
«Όταν έλειπε η μάνα μας, ο μπαμπάς μάς κλείδωνε στο σπίτι και μας έδενε στα
κρεβάτια. Μερικές φορές τρώγαμε. Τις άλλες είχαμε μόνο ψωμί με τυρί. Τις
τελευταίες δέκα μέρες πίναμε μόνο νερό και γάλα». Το δράμα των τριών παιδιών,
που δεν είχαν τη δύναμη να καταγγείλουν τους γονείς τους, αποκαλύφθηκε τον
Σεπτέμβριο του 1998, χάρη στην ευαισθητοποίηση κάποιων γειτόνων. Ο Παναγιώτης
και η Χριστίνα Γιαννακούδη συνελήφθησαν, ενώ τα παιδιά μεταφέρθηκαν αμέσως στο
νοσοκομείο.
«Σας παρακαλώ, αφήστε μας ήσυχους», φώναζε η Χριστίνα Γιαννακούδη,
προσπαθώντας να προστατεύσει τον σύζυγό της από τη δημοσιότητα. Η σύλληψη τούς
είχε ενώσει. Δύο μήνες αργότερα όμως, όταν τα παιδιά βρίσκονταν πλέον μακριά
τους, στο Ίδρυμα Στέγη Φιλοξενίας, άφησαν ενώπιον του δικαστηρίου να
φανούν όσα τους χώριζαν. Τα οποία δυστυχώς είχαν ως αποδέκτες τα τρία τους
παιδιά.
‘Επειτα από δύο αναβολές, οι βάναυσοι γονείς δικάστηκαν τελικά τον Ιανουάριο
του 1999 από το Αυτόφωρο Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας. Και οι δύο
κρίθηκαν ένοχοι. Η μητέρα καταδικάστηκε σε φυλάκιση 12 μηνών, ενώ στον πατέρα
το δικαστήριο αναγνώρισε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού
επιβάλλοντάς του ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Ωστόσο και των δύο οι ποινές είχαν
τριετή αναστολή και έτσι αφέθησαν ελεύθεροι.
Τα παιδιά απουσίαζαν από το δικαστήριο. Κανείς δεν έκρινε σκόπιμο να τα
υποβάλει στη σκληρή δοκιμασία της περιγραφής των βασανιστηρίων που είχαν
υποστεί από τους γονείς τους, τους οποίους εξακολουθούσαν να αγαπούν. Πώς θα
υποχρέωναν αυτά τα παιδιά να συμβάλουν στην τιμωρία των γονιών τους, έστω κι
αν εκείνοι τα είχαν τόσο εκδικηθεί;
Βεβαίως διαβάστηκαν οι καταθέσεις τους και ήταν τόσο πειστικές που, ακόμη και
οι κατηγορούμενοι, δεν τόλμησαν να αρνηθούν όσα τους καταμαρτυρούσαν.«Δεν είχα
καταλάβει ότι τα παιδιά μου θα μπορούσαν να πάθουν κάτι. Όμως δεν θα τα άφηνα
να πεθάνουν. Τα αγαπώ και θέλω να τα βλέπω…» έλεγε ο Παναγιώτης
Γιαννακούδης.
Η γυναίκα του φάνηκε μετανιωμένη. «Έχω κι εγώ τις δικές μου ευθύνες. Έκανα ένα
γάμο που από την αρχή φαινόταν ότι δεν θα κρατούσε πολύ.
Μετανιώνω γιατί δεν πρόσεξα τα παιδιά μου και απορροφήθηκα σε δυο δουλειές για
να τα βγάλουμε πέρα και να πληρώσουμε τα χρέη μας».
ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΥΖΑΚΙΤΗΣ
Τώρα είναι ελεύθερος
|
Βασίλης Μουζακίτης. Κακοποιημένο παιδί, εγκληματίας άνδρας
|
Γεννήθηκε για να βασανίζεται ο 27χρονος Βασίλης Μουζακίτης. «Τώρα, στη φυλακή
είμαι ελεύθερος. Πιστέψτε με», είπε στους δικαστές. Και δεν αμφέβαλαν καθόλου.
Βρισκόταν ενώπιόν τους για μια διπλή δολοφονία, μόνος στο εδώλιο του
κατηγορουμένου, ενώ μαζί του θα έπρεπε να κάθονται πολύ περισσότερα πρόσωπα.
Η μητέρα του λόγω της βαναυσότητάς της ο Β. Μουζακίτης νοσηλεύτηκε επί 8
μήνες στο Νοσοκομείο Παίδων, όταν ήταν ακόμη υπό την προστασία της. Ο πατέρας
του, που τον κακομεταχειριζόταν. Η μητριά του, η οποία τον κλείδωνε στο σπίτι
μόνο… «Θέλω να θυμάμαι μόνο τα χρόνια που έζησα με τον παππού…».
Ο Βασίλης Μουζακίτης παντρεύτηκε στα 21 του, με την ελπίδα να ζήσει επιτέλους
καλά. Να νιώσει την ανθρώπινη ζεστασιά, που, εκτός από τον παππού του, κανείς
άλλος δεν του είχε δείξει. Πήρε τη Δέσποινα, τη γυναίκα του, και πήγαν στην
Αμερική. Απέκτησαν και δύο παιδιά. Όμως η Δέσποινα δεν άντεξε. Του ανακοίνωσε
με ένα σημείωμα την απόφασή της να γυρίσει στην Ελλάδα και τον εγκατέλειψε.
Εκείνος, χωρίς δισταγμό, την ακολούθησε. Δεν μπορούσε να ζήσει μακριά της.
Επιστρέφοντας έμειναν μαζί στο σπίτι της μητέρας του, η οποία στο μεταξύ είχε
αθωωθεί από την κατηγορία της κακοποίησης του γιου της και προσπαθούσε με κάθε
τρόπο να δείξει τη μεταμέλειά της για το κακό που είχε προκαλέσει στον Βασίλη.
Όμως η Δέσποινα έφυγε ξανά από κοντά του, αφήνοντας πίσω και τα δύο παιδιά.
Τα κλονισμένα νεύρα του δεν άντεξαν. Νοσηλεύτηκε στο Αιγινήτειο. Ήξερε, όπως
έλεγε, πως η Δέσποινα εκδιδόταν με τη «βοήθεια» της μητέρας της.
Παρ’ όλα αυτά την ήθελε κοντά του. Όταν εκείνη ξαναγύρισε, την τραυμάτισε με
ένα μαχαίρι της κουζίνας. «Ηθελα να την κάνω να φοβηθεί…». Στο νοσοκομείο,
όπου μεταφέρθηκε η κοπέλα, διαδραματίστηκε η τελευταία σκηνή. Τελευταία για τη
Δέσποινα και τη μητέρα της, αλλά όχι για τον Βασίλη Μουζακίτη. «Μακάρι να
υπήρχε η θανατική ποινή να τελείωνα. Δεν αντέχω άλλο…».
«Πήγα στο νοσοκομείο να τη δω. Μόλις με είδε η πεθερά μου, άρχισε να με
βρίζει. Έφυγα και ξαναγύρισα. Η πεθερά μου με χτύπησε στο κεφάλι με ένα σίδερο
από το κρεβάτι. Η Δέσποινα φώναζε πως θα με έκλεινε στο ψυχιατρείο και θα
έπαιρνε τα παιδιά. Τρελάθηκα. Πήγα στο αυτοκίνητο και πήρα την καραμπίνα. Από
‘κεί και πέρα δεν θυμάμαι. Δεν ήθελα να τους κάνω κακό. Όταν τις είδα νεκρές,
κατέβηκα κάτω και παραδόθηκα…». Έτσι ολοκλήρωσε την απολογία του, στην οποία
περιέγραψε τη φρικτή ζωή του.
«Ο πατέρας μου με ξέγραψε. Με θεωρούσε ξένο πράγμα. Η μητριά μου με κλείδωνε.
Τότε αισθανόμουν ότι ήμουν στη φυλακή. Τώρα είμαι ελεύθερος. Έφυγα από το
χωριό και πήγα στη μητέρα μου. Κι εκείνη με άφηνε τα βράδια μόνο μου. Κάποια
στιγμή με χτύπησε άγρια με ένα καλώδιο. Ήρθε ο πατέρας μου να με πάρει. Όχι
κοντά του. Με έβαλε στο ΠΙΚΠΑ…».
Πρωτοδίκως το δικαστήριο του επέβαλε δις ισόβια κάθειρξη. Τον τιμώρησε για
ό,τι είχε κάνει, χωρίς να… αφαιρέσει όσα είχε πάθει. Στο Εφετείο, όπου
προσκόμισε και αποδεικτικά στοιχεία για τα μαρτύρια που είχε βιώσει, του
φέρθηκαν αναλόγως. Του επέβαλαν κάθειρξη 25 ετών, με το ελαφρυντικό του
μειωμένου καταλογισμού.
Η Άννα Ζαΐρη είναι δρ Νομικής Πανεπιστημίου Παρισίων 1 – Σορβόννης και
μέλος του Δ.Σ. της Εταιρείας Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία
και τις Ελευθερίες.
- Φοινικούντα: «Βρε αλάνι, το περίστροφο αφήνει υπογραφή;» – Η απίστευτη συνομιλία του ανιψιού με το ChatGPT πριν το έγκλημα
- Μετά από ένα έμφραγμα και έναν χαμό, ο Στέλιος Ρόκκος στο AnesTea The Podcast
- Ισπανία: Δύο πρώην υπάλληλοι του Χούλιο Ιγκλέσιας τον κατηγορούν για βιασμούς και σεξουαλικές επιθέσεις










