Στην επιστολή του εκδοτικού οίκου «Ψυχογιός», σχετικά με το βιβλίο του «Το
Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι» του Βρετανού συγγραφέα Λούις ντε Μπερνιέρ, που
δημοσιεύτηκε πρόσφατα στα «ΝΕΑ», σε απάντηση του κ. Λευτέρη Ελευθεράτου, από
το Ληξούρι, αναφέρεται ο αποδέκτης της:
«Το μάτι με το οποίο εγώ διάβασα το βιβλίο είναι αυτό ενός Έλληνα που γνωρίζει
την ιστορία της πατρίδος του, ενός Κεφαλονίτη που είναι απόλυτα πεπεισμένος
ότι αυτός και οι συμπατριώτες του έχουν προ πολλού περάσει το στάδιο του
πρωτογονισμού, ενός, τέλος, αναγνώστη που μπορεί να ξεχωρίσει ένα μυθιστόρημα
από ένα ιστορικό βιβλίο, είτε αυτό είναι “αμιγώς ιστορικό” είτε όχι. Ο
ισχυρισμός του Έλληνα εκδότη ότι το λογοτεχνικό αυτό έργο δεν είναι “ένα
αμιγώς ιστορικό βιβλίο”, αν και σωστός, υπονοεί, εντούτοις, ότι εν μέρει
τουλάχιστον είναι τέτοιο. Και είναι ακριβώς τέτοιο στις σελίδες του βιβλίου,
όπου ο συγγραφέας του αναφέρεται στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Μια αναφορά
σε πραγματικές καταστάσεις και υπαρκτά πρόσωπα, που γίνεται όχι απλά και μόνο
“με εικόνες της καθημερινότητας που δεν άπτονται της ιστορικής ακρίβειας”
(sic), αλλά με εντελώς εξωπραγματικές φανταστικές εικόνες που κατάφωρα
διαστρεβλώνουν και βάναυσα κακοποιούν την ιστορική αλήθεια.
Όπως, για παράδειγμα, αυτή του ΕΛΑΣίτη αντάρτη, ο οποίος μετά τον ευνουχισμό
και την… εξόρυξη των οφθαλμών του αντιπάλου, του χαράσσει και ένα…
χαμόγελο στο πρόσωπό του! (Αυτή η εικόνα δεν υπάρχει στην ελληνική έκδοση του
βιβλίου. Ίσως γιατί, ενώ αυτή πράγματι δεν “άπτεται της ιστορικής ακρίβειας”,
ολοσχερώς καταρρακώνει την ιστορική αλήθεια!..). Ένα τέτοιο λογοτέχνημα,
λοιπόν, που αναφέρεται σε αληθινές και όχι φανταστικές καταστάσεις, σαφώς δεν
μπορεί να παραλληλίζεται με τον οιδιπόδειο μύθο του Σοφοκλή. Νομίζω ότι είναι
ηθικά, τουλάχιστον, ανεπίτρεπτο, βάσει της κατά την άποψή μου νεφελώδους αρχής
της “συγγραφικής αδείας”, να παραποιείται η πραγματική ιστορία μιας χώρας και
να παραμορφώνεται ο χαρακτήρας του λαού της. Και, επιπλέον, να θεωρείται το
προϊόν αυτών των απαράδεκτων και ηθικά καταδικαστέων πράξεων ως “ύμνος” και
“προβολή” αυτής της συγκεκριμένης χώρας, η οποία μάλιστα θα όφειλε κατά τη
γνώμη ορισμένων να τιμήσει τον “υμνητή” της! Μια τέτοια ενέργεια σίγουρα θα
αποτελούσε εκδήλωση νοοτροπίας ενός άκρατου ραγιαδισμού, την οποία οι
Κεφαλονίτες όχι απλώς απεχθάνονται αλλά και ενεργά αντιπαλεύουν…
Τέλος, θα ήθελα να πληροφορήσω τον Έλληνα εκδότη του βιβλίου ότι θα μπορούσε
να διαβάσει κάπως πιο διεξοδικά τις απόψεις μου για το έργο του Μπερνιέρ,
στο βιβλίο “Οδοιπορικό Μνήμης στην Κεφαλονιά της Αντίστασης”, που πρόσφατα
κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέντρο Μελέτης της Ιστορίας της Εθνικής Αντίστασης».







