Στον πρώτο του ρόλο στο Θέατρο Τέχνης, έπαιζε ένα καλογεράκι που δεν έλεγε
τίποτα, απλώς διέσχιζε τη σκηνή κρατώντας ένα κερί. Κι όλη του η αγωνία ήταν
να μη σβήσει. Αυτή την πρώτη του εμφάνιση την κράτησε ως σλόγκαν στη ζωή του.
«Να μη σβήσει το κερί όσο περνάω τη σκηνή». Ο Γιώργος Αρμένης στεγάζεται πια
στο δικό του θέατρο, στο Νέο Ελληνικό των Εξαρχείων.
Είκοσι δύο χρόνια της ζωής του όμως τα έζησε δίπλα στον Κάρολο Κουν, στο
Θέατρο Τέχνης. Χρόνια γεμάτα «πόνο, τρυφερότητα και αγάπη» και γι’ αυτό
σημαντικά. Τώρα βρίσκεται εκτός Θεάτρου Τέχνης και με κομματιασμένες τις
φιλίες που αναπτύχθηκαν εκεί. Δηλώνει πάντως έτοιμος ανά πάσα στιγμή να
επιστρέψει εκεί απ΄ όπου ξεκίνησε.
|
Στο καμαρίνι του δικού του θεάτρου, στην οδό Σπ. Τρικούπη. «Αγωνία, χρέη, όλοι ζητούν», λέει ο Γιώργος Αρμένης
|
Από την Κληματιά Ιωαννίνων στο Έδεμ «που έμαθα ότι μπορεί να σημαίνει και
Παράδεισος» και από κει στα καράβια. Στο Θέατρο Τέχνης μετά, για 22 ολόκληρα
χρόνια. Χρόνια που τον καθόρισαν, τον γέμισαν, τον πλήγωσαν. Του έδωσαν
αντιφατικά συναισθήματα. «Μετανιώνω που δεν έφυγα μετά τα πρώτα 5-6 χρόνια,
ό,τι ήταν να πάρω το είχα πάρει», λέει. Αλλά δηλώνει έτοιμος να επιστρέψει ανά
πάσα στιγμή, μόλις τα βρει με τους παλιούς του φίλους, τον Γιώργο Λαζάνη και
τον Μίμη Κουγιουμτζή.
Ο Γιώργος Αρμένης, που από μικρός του άρεσε να κάνει μιμήσεις, άκουσε μία
ημέρα τον Κάρολο Κουν να μιλάει στο ραδιόφωνο. Και γοητεύτηκε. Η τύχη τον
έκανε να συναντήσει τον Αλέκο Αλεξανδράκη. «Δεν του ζήτησα αυτόγραφο, του
ζήτησα να μου γνωρίσει τον Κουν. Αυτός με έφερε σε επαφή και γι΄ αυτό του
χρωστάω ευγνωμοσύνη». Ο πρώτος τον οποίο συνάντησε, ήταν ο Λαζάνης. Και
συνδέθηκε μαζί του με βαθιά φιλία, καθώς «μετά τον Κουν, αυτός ήταν ο δάσκαλός
μου». Γράφτηκε στη σχολή και έδωσε εξετάσεις στα ταλέντα, γιατί δεν είχε πάει
μόνο Δημοτικό. Έτσι ξεκίνησε η γνωριμία του με τον άνθρωπο στα χέρια του
οποίου «αφέθηκα να γίνω ένα μπαλάκι από ζύμη για να μπορέσει να με πλάσει, ένα
κομμάτι πηλός στον οποίο ο Κουν έδωσε μορφή». Στην πρώτη τους συνάντηση
«υπήρχε μια αφέλεια από την πλευρά μου, μπορεί και κάποιο θράσος με την έννοια
ότι δεν ήξερα ποιον άνθρωπο είχα απέναντι μου και ήμουν ανοικτός. Προσωπικά
τον ερωτεύθηκα αμέσως, νομίζω ότι μετά τη γνωριμία μαζί του ξαναγεννήθηκα».
Συγκρούσεις
Τα χρόνια στο Θέατρο Τέχνης δεν ήταν πάντα ρόδινα. Γιατί πρώτα απ’ όλα «ο Κουν
ήταν υπέροχος, αλλά ήταν και φοβερά σκληρός και βασανιστικός». Έπειτα γιατί
«εκεί μέσα δεν έπρεπε να έχεις χαρά, η χαρά ήταν κατακριτέα, υπό διωγμόν».
Θυμάται περιστατικά και γελάει. Όλοι είχαν μούτρα, δεν μιλούσαν, μούγκριζαν.
Και υπήρχε μια καθαρίστρια, η κυρία Όλγα που έλεγε «άμα δεν με θέλουν να μου
το πουν να φύγω, να μη μουγκρίζουν».
Κάθεται στο μικρό γραφείο του θεάτρου του, στην Σπυρίδωνος Τρικούπη, και
«ξεδιπλώνει» κάποιες σελίδες από ένα βιβλίο που έγραψε, «Για την αγάπη του
Τσάρλι», αλλά δεν το εξέδωσε, γιατί «κάποιοι φίλοι με φρενάρισαν». Μια
ολόκληρη ζωή στο υπόγειο τού Τέχνης. Μια ζωή με τις «μικροκακίες, τις
μικροζήλειες και τις γκρίνιες, αλλά πάντως υπέροχη». Και βέβαια μια ζωή με
συγκρούσεις. «Μια φορά ο Κουν με είπε βλάχο. Κι εγώ του απάντησα “τι να κάνω,
δεν είχα την τύχη να είμαι αστός και να βγάλω τη Ροβέρτειο”. Θύμωσε εκείνος
παρά πολύ κι έφυγα τρέχοντας στη Σταδίου. Έτρεξαν και οι άλλοι και κόντεψαν να
μου σκίσουν τα πουκάμισα για να με ξανακατεβάσουν στο υπόγειο. Μου έριξε μια
σφαλιάρα που ακόμη τη θυμάμαι». Και άλλη μια φορά που τόλμησε να βγει να
διασκεδάσει. «Νέο παιδί ήμουν, πήγα στην Πλάκα, σε μια μπουάτ, ν’ ακούσω ένα
τραγούδι, να πιω ένα ποτό. Απαγορευόταν όμως να πας στην Πλάκα. Κάποιος με
κάρφωσε και μαθεύτηκε. Στη διάρκεια της παράστασης, κάποια στιγμή που έφυγα
από τη σκηνή, στο διάδρομο, με άρπαξε από τα μαλλιά ο Κουν και σε μια απότομη
κίνηση, του έμεινε μια τούφα στο χέρι. Κι εγώ ξαναβγήκα κλαίγοντας στη σκηνή
για να παίξω».
Από την άλλη πλευρά όμως υπήρχαν και αμέτρητες στιγμές ζεστασιάς. «Όταν για
πρώτη φορά έβγαλα ένα χειροκρότημα από το κοινό, αισθάνθηκα ενοχές. Πήγα στο
γραφείο όπου ήταν ο Λαζάνης και ο Κουν και λέω «συγγνώμη, έβγαλα ένα
χειροκρότημα, δεν φταίω εγώ». Κι όπως οι δύο τους γελούσαν, ήρθε ο Κουν και με
αγκάλιασε. Ή, ένιωθε ότι ήσουν στενοχωρημένος, ότι δεν είχε χρήματα κι έβγαζε
από το υστέρημα του να σου δώσει. Ή, πονούσε το κεφάλι σου κι ερχόταν να σε
χαϊδέψει για να σου περάσει». Βρίσκει τη λέξη που θέλει για να χαρακτηρίσει
τον Κουν. «Ήταν γητευτής. Ήταν ένας άνθρωπος που σε μάγευε. Και γι’ αυτό είχε
και τη δύναμη να σε λιώσει. Γιατί σε είχε πείσει ότι είναι ο Θεός και το
σύστημα είναι μονοθεϊκό. Δεν επιτρέπονται άλλοι Θεοί».
Ο Λαζάνης
Μια συνολική αποτίμηση αυτών των 22 χρόνων; «Είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής
μου. Κι έχουν μέσα τους πόνο, τρυφερότητα, αγάπη, έχουν όλα αυτά τα συστατικά
που μπορεί να κάνει ένα κομμάτι της ζωής μεγάλο. Τα λατρεύω αυτά τα χρόνια,
μολονότι και σήμερα πιστεύω ότι έπρεπε να είχα φύγει στα πέντε χρόνια».
Έφυγε τελικά 12 ημέρες μετά τον θάνατο τού Κουν. Άσχημα, «με μια φιλία, αυτή
με τον Γιώργο Λαζάνη, να γίνεται κομμάτια και θρύψαλα», δανείζεται τον τίτλο
του έργου του Σκούρτη, που παίζει τώρα στο Νέο Ελληνικό θέατρο. «Αισθάνθηκα
ότι έβγαλα το κεφάλι μου από μια πόρτα για να δω τι γίνεται έξω και κάποιοι
έσπρωξαν την πόρτα και μου έλιωσαν το κεφάλι».
Το δικό του θέατρο άρχισε να λειτουργεί φέτος. Με όσα συνεπάγεται αυτό.
«Αγωνία, χρέη, όλοι ζητούν». Και δεν τον ενοχλεί που ανοίγουν τόσα θέατρα.
«Αυτοί που γκρινιάζουν, δεν κοιτούν πόσες εκκλησίες, πόσες ταβέρνες, πόσα
μπαρ, πόσα στέκια με μπιλιάρδα και ηλεκτρονικά ανοίγουν, τα θέατρα τους
ενοχλούν. Τουλάχιστον εδώ μαζεύονται πέντε παιδιά και πληρώνουν με αίμα αυτό
που κάνουν. Και πρέπει να είσαι ηθοποιός για να καταλάβεις τι πληγή και τι
γδάρσιμο είναι να μην παίξεις γιατί δεν έχεις κόσμο». Ο ίδιος την ένιωσε δύο
φορές αυτή την πληγή. Τη μία φέτος, στο έργο που έχει ανεβάσει στην παιδική
σκηνή. «Ήταν τα κρύα, δεν ήρθαν παιδιά. Ξεντύθηκα και ήταν σα να με είχαν
δείρει». Και την άλλη στον Κουν. «Δεν παίξαμε και δεν μπορούσαμε ούτε να
κοιταχτούμε στα μάτια. Ήμασταν όλοι με σκυμμένο κεφάλι».
Ο Βούλγαρης
Μέχρι να φτιάξει τη δική του θεατρική στέγη στα Εξάρχεια, μεσολάβησαν 12
χρόνια, πολλές φορές δύσκολα. «Παιδεύτηκα και χτυπήθηκα. Πήγα στο Εθνικό, πήγα
στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος, δούλεψα στην ελεύθερη αγορά, χτύπησα πόρτες.
Βρέθηκα και δύο χρόνια άνεργος, δεν με ζήτησε κανείς. Αναγκάστηκα να κάνω έναν
δικό μου χώρο, γιατί στα 55 μου δεν με ζητάει κανείς. Και δεν πιστεύω ότι
είμαι τόσο κακός ηθοποιός». Στα χρόνια αυτά όμως άνοιξαν και άλλες πόρτες στη
ζωή του. Η πρώτη, η τηλεόραση είχε ανοίξει ήδη όσο ζούσε ο Κουν. «Είχε αρχίσει
κι αυτός να βάζει νερό στο κρασί του, καταλάβαινε την αναγκαιότητα της
τηλεόρασης». Και έτσι έκανε τις δύο πρώτες σειρές στην τηλεόραση, το «Χαίρε
Τάσο Καρατάσο» και το «Μέσα από το πλήθος», ενώ ήταν στο Θέατρο Τέχνης. Η
δεύτερη, ο κινηματογράφος, άνοιξε μόλις τώρα, με το «Όλα είναι δρόμος» του
Παντελή Βούλγαρη. Και ο Γιώργος Αρμένης γοητεύτηκε από το σινεμά. «Να είναι
καλά ο Παντελής γι’ αυτό. Μ’ έβαλε στο παιχνίδι του κινηματογράφου και
τρελάθηκα και λυπάμαι που δεν το έκανα πιο νωρίς. Και τώρα δεν μου έχουν κάνει
καμία πρόταση για ταινία και πάω να αρρωστήσω. Περιμένω να μου πουν για μια
ταινία και είμαι σαν παιδί που περιμένει το δώρο του».
|
|
Ξεκινάει να μιλάει για τη ζωή του και όλο γυναικεία ονόματα ξεπηδούν στην
κουβέντα. «Μα, μεγάλωσα ανάμεσα σε έξι γυναίκες. Κι αυτές, που τις έβλεπα να
στολίζονται, να λούζονται, να κλαίνε, να παντρεύονται, να ερωτεύονται, με
έκαναν να λατρέψω τη ζωή. Και πάνω απ’ όλα τις γυναίκες. Έμαθα ότι πρέπει να
αγαπάμε πολύ τις γυναίκες για να μπορέσουμε να κρατήσουμε μια ισορροπία»
Πρώτη απ’ όλες, η γιαγιά η Βασιλική. «Πιστεύω ότι η γιαγιά διαμόρφωσε όλη μου
τη σκέψη και όλη μου την ευαισθησία. Μου έδωσε όλα αυτά που χρειάζεται ο
άνθρωπος, τη σεμνότητα, το ήθος, την ποίηση. Την θυμάμαι με το τίποτα να κάνει
θαύματα. Ν’ ανοίγει ένα φύλλο με το βεργί, να μαζεύει δυο χόρτα και με μια
σταγόνα λάδι, να κάνει πίτες, περισσότερο από νόστιμες. Για μένα οι κινήσεις
της ήταν μαγικές. Την ακολουθούσα παντού, στα ριζοχώραφα, στον τρύγο, στο
θειάφισμα, στο κλάδεμα».
Κληρονομιά
Έπειτα, η μάνα, η κυρία Ολυμπία. «Δεν έκανε απλώς αργαλειό, ζωγράφιζε με τον
αργαλειό της. Ήταν μεγάλη τεχνίτρα. Από αυτήν κληρονόμησα τη ζωγραφική. Τις
ζωγραφιές του αργαλειού της τις πέρασα στα ανθρωπάκια που φτιάχνω. Εντελώς
λαϊκά, παιδικά θα έλεγα, αλλά από αυτήν το πήρα».
Και οι θείες, η Πολυξένη, η Κωνσταντούλα και η Μάρθα. Και η δασκάλα, η κυρία
Ελπίδα, «μια υπέροχη δασκάλα σε ένα υπέροχο σχολείο στο χωριό». Και μετά στην
Αθήνα, όταν η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Έδεμ και ο Γιώργος Αρμένης
αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο για να δουλέψει, η γυναίκα του μηχανικού
του κινηματογράφου της περιοχής. «Μια παρά πολύ όμορφη γυναίκα που περπατούσε
κι εμείς, μια τσογλανοπαρέα, την ακολουθούσαμε για να κοιτάμε πώς προχωράει. Ο
μηχανικός την αγαπούσε παρά πολύ και μας έλεγε ότι αν του πάμε ανθισμένες
μυγδαλιές ή ό,τι λουλούδια άνθιζαν, θα μας άφηνε να δούμε το έργο. Κι εγώ είχα
ρημάξει την γειτονιά. Πρώτον, γιατί ήξερα ότι τα λουλούδια θα πάνε σ’ αυτή την
υπέροχη γυναίκα και δεύτερον, γιατί θα έβλεπα τις ταινίες. Άρχισε πλέον να μου
μπαίνει το μικρόβιο και να βλέπω μανιωδώς κινηματογράφο».
Και βέβαια η Ελισάβετ, η γυναίκα του. «Πρώην αεροσυνοδός, μία από τις πιο
ωραίες κοπέλες που έβγαλε η Ολυμπιακή». Τη γνώρισε τότε που έλεγε να φύγει από
το Τέχνης. «Η Ελισάβετ όμως λάτρευε τον Κουν και δεν με άφηνε να φύγω». Από
τότε πέρασαν πολλά χρόνια, η ζωή τους συμπληρώθηκε με τον Κωνσταντίνο-Κάρολο
και φέτος με το θέατρό τους. «Τους», γιατί, όπως λέει ο Γιώργος Αρμένης, «η
Ελισάβετ είναι η μάνα του θεάτρου. Εγώ ασχολούμαι μόνο με το καλλιτεχνικό
μέρος. Εκείνη θα καθήσει στο ταμείο, θα υποδεχθεί τον κόσμο, θα προσφέρει τα
κουλουράκια της. Βάζει όλο της τον εαυτό σ’ αυτό το θέατρο».
Όταν θέλει να ηρεμήσει, μαγειρεύει. Γιατί «μέσα από το μαγείρεμα μπορώ και
σκέπτομαι. Την ώρα που ανοίγω το φύλλο, που φτιάχνω τις πίτες μου, μπορώ και
πάω πίσω, πάω εμπρός». Επιπλέον, το μαγείρεμα είναι η μαγική ώρα της επαφής με
τον γιο του, τον Κωνσταντίνο Κάρολο. «Η Ελισάβετ ασχολείται περισσότερο με το
παιδί και τα διαβάσματά του, γιατί εγώ ούτε πρόσθεση ξέρω ούτε αφαίρεση. Μόνο
την έκθεση μού διαβάζει εμένα. Του λέω να σε βοηθήσω σε κάτι άλλο, άσ’ το μού
απαντάει, δεν ξέρεις εσύ και πάει στη μάνα του…». Οι δυο τους όμως είναι
φίλοι. «Αν δεν μυρίσω τα μαλλάκια του, αν δεν τον αγκαλιάσω, δεν αισθάνομαι
καλά, δεν πάει καλά η μέρα μου. Κι εκείνος μού λέει τα πάντα, όπως κι εγώ. Και
τις οικονομικές μου δυσκολίες και τις αγωνίες, τα πάντα. Καταλαβαίνει αμέσως
πότε είμαι στενοχωρημένος. Και με ρωτάει, τι σου έκαναν μικρούλη; Γιατί
μικρούλη με λέει».
«Η ιστορία μου»
Μαζί μαγειρεύουν επίσης. Κι εκείνη την ώρα μιλάνε πολύ. «Τον βάζω κι αυτόν να
ανοίγει φύλλο και προσπαθώ να του περάσω την δική μου ιστορία, να τον κάνω να
δει την δική μου ματιά. Κι έχει αρχίσει να του αρέσει τού παιδιού αυτή η επαφή
με το αλεύρι και με το ζυμάρι. Του δίνω το μαχαίρι και του λέω να κόψει το
κοτόπουλο. Κι ενώ η μητέρα του φωνάζει γιατί φοβάται, εγώ του εξηγώ τι είναι
το μαχαίρι, ποιες δουλειές μπορεί να κάνει και ποια εγκλήματα».
Το μεγάλωμα του παιδιού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Δεν βοηθάει και η εποχή που
«είναι περίεργη, γκρίζα, χωρίς ιδεολογίες. Αλλά δεν πιστεύω ότι θα συνεχίσει
έτσι, κάτι θα γεννηθεί». Ο ίδιος προσπαθεί να μάθει στο παιδί του αυτά που θα
συναντήσει. «Του μαθαίνω να είναι λάτρης της αφαίρεσης και όχι της πρόσθεσης.
Η πρόσθεση μάς έχει φάει, η λαιμαργία δηλαδή. Γι’ αυτό τού δίνω τη ζύμη. Του
μαθαίνω ότι σ’ αυτό το ζυμαράκι μπορείς να βάλεις λίγο τυρί, να το ψήσεις κι
έτσι να βγάλεις τη μέρα σου. Ή όπως λέει ο Τενεσί Ουίλιαμς στο “Ξαφνικά πέρυσι
το καλοκαίρι”, ζήτα τα πάντα, αλλά δέξου και το τίποτα. Του μαθαίνω λοιπόν για
το τίποτα. Να έχει όνειρα για τα πάντα, αλλά να μπορεί να ζει και με το τίποτα».
- Ρήξη στην οικογένεια Μπέκαμ: Ο Μπρούκλιν θα επικοινωνεί μόνο μέσω δικηγόρων με τους γονείς του
- Έκλεισε ο δρόμος Ηγουμενίτσας-Φιλιατών λόγω υπερχείλισης του ποταμού Καλαμά – Η κυκλοφορία διεξάγεται μέσω Παραποτάμου
- Βαλένθια – Μονακό 92-101: Μεγάλη νίκη για την ομάδα του Σπανούλη κόντρα στους Ισπανούς με 100άρα









