Η τελευταία τους φωτογραφία… Φεύγοντας εκείνος του έδωσε ένα ακόμα μάθημα

ζωής, μέσα από την αίσθηση της απώλειας, του πόνου, της αποξένωσης…

Η ΑΞΟΝΙΚΗ επισημοποίησε την ιατρική διάγνωση: βαρύτατο εγκεφαλικό. Ο Νίκος

Ζουγανέλης, ο δικός του πατέρας, βρισκόταν εκεί, στο κρεβάτι της Εντατικής του

Ερυθρού, με τον εγκέφαλό του να αρνείται να επικοινωνήσει με το σφριγηλό ακόμα

υπόλοιπο σώμα. Δυόμισι ολόκληρους μήνες, κάθε μέρα και μια καινούργια ελπίδα

και μια νέα ανατροπή. Όλα έφθιναν, όλα έσβηναν, όλα χάθηκαν ξημερώματα της

16ης προς τη 17η Μαρτίου του ’96.

Εκείνος, ο μεγάλος του γιος, ο Γιάννης Ζουγανέλης, είχε παράσταση. Και εκείνο

ειδικά το βράδυ είχε ένα διαβολεμένο κέφι. Ήθελε, ίσως, να ξεχάσει ότι ο

πατέρας ήταν στην Εντατική, «έπαιξε» ίσως μόνο για εκείνον, ειλικρινά δεν

ξέρει, αλλά εκείνη η παράσταση έμεινε αλησμόνητη…

«Έτρεχε» ακόμα ο ιδρώτας στο πρόσωπό του, όταν ο Αντώνης, ο μικρότερος

αδελφός, του είπε το πικρό μαντάτο: «Ο πατέρας έφυγε…». Και τότε, βυθίστηκε

σ’ εκείνο το τεράστιο κενό που τον καταβρόχθιζε: «Σαν να έκοψε κάποιος το

σχοινί που με κρατούσε δεμένο με τη γη κι εγώ αιωρούμην, κρεμόμουν πότε

πλάγια, πότε ανάποδα, δίχως να μπορώ να πατήσω ξανά στο έδαφος. Ένιωσα μια

έντονη ζάλη και ύστερα έντονα την παρουσία του δίπλα μου, έγινε ένα φλας μπακ

φοβερό, τα είδα όλα και όλα τα ξανάζησα. Τον είδα να μου τραγουδά με τον

ιδιότυπο δικό του τρόπο παιδικά τραγουδάκια και είδα ξανά εκείνο το βλέμμα, το

βλέμμα της συμπυκνωμένης αγωνίας, τη μέρα που έφευγα για σπουδές στη Γερμανία…».

Τον είδε με το δικό του βλέμμα, των χρόνων που ήταν παιδί, να φτιάχνει

«πανέμορφους αετούς την Καθαρά Δευτέρα και μασκαραδίστικα αυτοσχέδια ρούχα τις

Απόκριες. Τον είδα να μας πηγαίνει βαρκάδα τις νύχτες στη Μύκονο και τον

Σαρωνικό και κάποια χειμωνιάτικα πρωινά να βάζει έναν μεγάλο κορμό ανάμεσα σε

δύο πέτρες και ύστερα να παίρνει το τεράστιο αγκωνάρι που πάντα φύλαγε στην

αυλή, να το σηκώνει ψηλά και να το εκσφενδονίζει στον κορμό, συνθλίβοντάς τον

σε κομματάκια για την ξυλόσομπα…».

75 ΗΜΕΡΕΣ…

Εβδομήντα πέντε ημέρες στην Εντατική, κάθε φορά που είχε επισκεπτήριο και

έμπαινε μέσα, του σφύριζε από μακριά, δυνατά, πολύ δυνατά, έτσι όπως εκείνος

τον είχε εκπαιδεύσει: «Τα μάτια του “έπαιζαν” στο σφύριγμα, αλλά ήταν

αντανακλαστικές οι κινήσεις κι εγώ δεν ήθελα να το πιστέψω. Από τη μια,

παρακαλούσα να γίνει καλά, να επανέλθει, και από την άλλη έτρεμα μήπως, αν

συμβεί αυτό, δεν αντέξει ο ίδιος το δικό του “βάρος”, τα εμφανή “κουσούρια”

της αρρώστιας στο πρόσωπό του. Στιγμές – στιγμές νόμιζα ότι σαν να μισάνοιγε

τα μάτια μόνο για να με παρηγορήσει και ύστερα πάλι ήταν σαν να τον άκουγα να

λέει, “άσε με, βρε Γιάννη, άσε με να φύγω, κουράστηκα…”. Έφερνα και τη μάνα

μου μαζί και βίωνα για πρώτη φορά σε τόση ένταση αυτή την πρωτόγνωρη σχέση που

οι δυο τους είχαν. Του μίλαγε τρυφερά με υποκοριστικά “Νικολάκη μου”, του

‘λεγε “ματάκια μου”, “ψυχούλα μου” και τρελαινόμουν εγώ από την τόση λατρεία…».

Ταξίδεψε, δίχως ούτε λεπτό να επανέλθει. Και μια-δυο μέρες μετά, «μου ‘πε η

μάνα μου να την πάω στην Κηφισιά, να δει ξανά με τα μάτια της τα σπίτια που

την πέτρα τους εκείνος είχε λαξέψει, να νιώσει ξανά μέσα από τα δημιουργήματά

του τη δική του ύπαρξη».

ΤΟ «ΕΙΔΙΚΟ ΒΑΡΟΣ»

Μέσα από την εμπειρία ζωής και θανάτου του πατέρα του, ο Γιάννης Ζουγανέλης

εισέπραξε το μεγαλύτερο μάθημα ζωής που πήρε ποτέ: «Συνειδητοποίησα ξαφνικά το

ειδικό βάρος του ανθρώπου που φεύγει! Και αυτό πια είναι ένα γεγονός που

σημαδεύει την ύπαρξή μου, την πορεία ζωής μου. Όσο ζούσε εκείνος, μου ‘δινε

καθημερινά μαθήματα ζωής, αλλά φαίνεται ότι δεν πήρα χαμπάρι, γιατί ελάχιστα

του επέστρεψα πίσω. Φεύγοντας, μου έδωσε το σπουδαιότερο: την αίσθηση της

απώλειας ­ μέσα από τη δική του απώλεια. Νοιάζομαι πια γι’ αυτούς που είναι

δίπλα μου και τους έδινα μηδενικό ή ελάχιστο χρόνο, σαν να μου “χρωστούσαν”

μόνο. Ο θάνατος του πατέρα με βοήθησε να αντιληφθώ ότι το “ειδικό βάρος” κάθε

ανθρώπου πρέπει να το ανακαλύπτουμε όσο ζει και όχι αφού πεθάνει…».

Όταν αφηγήθηκε τον θάνατο του πατέρα του σε κάποιο στενό του φίλο, εκείνος του

εκμυστηρεύθηκε: «Όσο ζούσε η μάνα μου, δεν είχα ούτε τρία λεπτά χρόνο την

ημέρα να της δώσω. Εδώ και είκοσι χρόνια που πέθανε, κάθε μέρα της αφιερώνω

περισσότερες από δύο ώρες, να καλύψω έτσι τον χρόνο που έχασα…».

Όταν πέθανε ο δικός του πατέρας, τον έπιασε κάτι σαν παράκρουση. «Κάθησα

παρορμητικά μπροστά στο λευκό τετράδιο και το γέμισα με σκέψεις, τρυφερές

κουβέντες, μυρουδιές. Έγραψα για τα ρούχα που φορούσε, το καπέλο που αγαπούσε,

τις σκέψεις και τα συναισθήματα που με πλημμύριζαν κάθε που εκείνος γύριζε

σπίτι και ευωδίαζε ασβέστη και βερνίκι…».

Η ΑΙΣΘΗΣΗ του χαμένου χρόνου και του «ανεκπλήρωτου», αυτό είναι που ακόμα τον

πονάει: «Έχασα πολύτιμες στιγμές. Εκείνος, με τροφοδοτούσε με θετική ενέργεια

και εγώ δεν του επέστρεφα όση του αναλογούσε. Λες και ήταν “γεννήτρια”, έδινε

όλο και περισσότερη, στη μάνα, σε μένα, στον Αντώνη. Μόνο σε ανθρώπους της

γενιάς του πατέρα μου βρίσκει κανείς τέτοιες ποιότητες. Ήταν ένας άνθρωπος που

έλεγε συνεχώς “ευχαριστώ”. Έλεγε “ευχαριστώ” που πήγαινες να τον δεις. Και

“ευχαριστώ” που ερχόταν εκείνος να σε δει! Το ‘λεγε και το πίστευε ­ με την

ευρύτερη έννοια της ευχαρίστησης που εκείνος ένιωθε. Νιώθω να πρόδωσα τη

βαθύτερή μου σχέση μαζί του ­ δεν στάθηκα το ίδιο ειλικρινής με εκείνον. Ήμουν

πολυάσχολος κι αυτό έφερνε την “παράβλεψη” στην ουσιαστική επαφή μαζί του.

Πάντα υπήρχε κάτι που προείχε στον παρόντα χρόνο ­ ο πατέρας μπορούσε να περιμένει!».

Στον Άγιο Νικόλαο Αχαρνών γεννήθηκε ο Νίκος Ζουγανέλης «εκεί που κι εμείς, τα

παιδιά του, γεννηθήκαμε». Τι περίεργη συγκυρία: «πέθανε την ίδια μέρα που

πέθανε η γιαγιά μου η Φρατζέσκα, η δική του μητέρα». Μικρό παιδί, έπαθε

μηνιγγίτιδα κι έχασε την ακοή του: «Λίγο μετά την αρρώστια επανήλθε, άκουγε

και είχε ήχο φωνής αλλά αντιδρούσε σαν να μην ήθελε να ακούσει. Έμεινε

αγράμματος, ακριβώς γιατί βρισκόταν κάπου στη “μέση”, στο ενδιάμεσο και δεν

τον έκαναν αποδεκτό ούτε στο κανονικό σχολείο, ούτε στο σχολείο των κωφαλάλων!

Στην ίδια γειτονιά ζούσε και η μάνα μου, κωφή κι εκείνη από γεννησιμιού της.

Γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν και μοιράστηκαν μια ολόκληρη ζωή, δίχως μιζέριες,

“ελλείμματα”, μεμψιμοιρία… Είχαμε σαν οικογένεια ένα μοναδικό τρόπο

επικοινωνίας ­ κυρίως μέσα από τα μάτια!».

Δεν άκουγε και μιλούσε ιδιότυπα, αλλά είχε μια κρυμμένη λαχτάρα να

αφουγκρασθεί μουσικούς ήχους: «Από παιδί τον θυμάμαι να παίζει διάφορους

ρυθμούς με τα χέρια στο τραπέζι, να ανοίγει το ραδιόφωνο στη διαπασών και να

κολλάει πάνω του το αυτί, μήπως και κάτι “πιάσει”! Επέλεγε το Πρώτο και το

Τρίτο Πρόγραμμα, επειδή έβαζαν κλασική μουσική που έχει όλες τις συχνότητες

και διήγειρε κάπως το τύμπανό του. Η μεγαλύτερη πίκρα μου είναι που δεν

κατάλαβε ούτε άκουσε ποτέ τη μουσική που γράφω».

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
50 /50
2000 /2000
Όροι Χρήσης. Το site προστατεύεται από reCAPTCHA, ισχύουν Πολιτική Απορρήτου & Όροι Χρήσης της Google.